Find Me @ Facebook | Twitter | LinkedIn | Google+ 
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δίκαιο Αλλοδαπών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δίκαιο Αλλοδαπών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2015/01/23

ΣυμβΑΠ 1026/2014 (ΠΟΙΝ – Ε΄ Τμ.) – Η έφεση επί αποφάσεως εκδόσεως αλλοδαπού που δεν αναφέρει συγκεκριμένο σφάλμα ή πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι αόριστη και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη



Περίληψη – Η έφεση επί απόφασεως εκδόσεως αλλοδαπού που δεν αναφέρει κανένα συγκεκριμένο σφάλμα, ούτε καμία πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως, εν σχέσει με την συνδρομή των προϋποθέσεων εκδόσεως, ούτε διατυπώνει παράπονα για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή συγκεκριμένων διατάξεων νόμου, είναι αόριστη. Απορρίπτει ως απαράδεκτη (Ιστοσελίδα ΑΠ)

2013/09/27

ΠΔ 133 /2013 ΦΕΚ Α 198 / 25.09.2013 [ημ/νία κυκλ. 26.09.2013] "Τροποποίηση διατάξεων του ν. 3907/2011 «Ίδρυση Υπηρεσίας Ασύλου και Υπηρεσίας Πρώτης Υποδοχής, προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ “σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη - μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών» και λοιπές διατάξεις” (Α΄ 7) και του π.δ. 104/2012 « Οργάνωση και λειτουργία Υπηρεσίας Ασύλου στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη” (Α΄ 104)"


[ημ/νία κυκλ. 26.09.2013]
Τροποποίηση διατάξεων του ν. 3907/2011 «Ίδρυση Υπηρεσίας Ασύλου και Υπηρεσίας Πρώτης Υποδοχής, προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ “σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη - μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών» και λοιπές διατάξεις” (Α΄ 7) και του π.δ. 104/2012 « Οργάνωση και λειτουργία Υπηρεσίας Ασύλου στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη” (Α΄ 104).

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Έχοντας υπόψη:
1. Το άρθρο 5 παρ. 2 του ν. 3907/2011 «Ίδρυση Υπηρεσίας Ασύλου και Υπηρεσίας Πρώτης Υποδοχής, προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ «σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη - μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών» και λοιπές διατάξεις» (Α΄ 7).
2. Το άρθρο 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα, που κωδικοποιήθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ. 63/2005 (Α΄ 98).
3. Το π.δ. 85/2012 «Ίδρυση και μετονομασία Υπουργείων, μεταφορά και κατάργηση υπηρεσιών» (Α΄ 141), το π.δ. 86/2012 «Διορισμός Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών» (Α΄ 141) και το π.δ. 119/2013 «Διορισμός Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών» (Α΄ 153).
4. Τις διατάξεις της υπ’ αριθμ. Υ48 από 9-7-2012 απόφασης του Πρωθυπουργού «Καθορισμός αρμοδιοτήτων του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών Χρήστου Σταϊκούρα» (Β΄ 2105).
5. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος δεν προκαλείται πρόσθετη δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού.
6. Τις υπ’ αριθμ. 22/2012, 85/2012, 128/2012, 175/2013 και 244/2013 γνωμοδοτήσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, ύστερα από πρόταση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, αποφασίζουμε:

2013/06/19

ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 113 / 2013 Καθιέρωση ενιαίας διαδικασίας αναγνώρισης σε αλλοδαπούς και ανιθαγενείς του καθεστώτος του πρόσφυγα ή δικαιούχου επικουρικής προστασίας σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου «σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα» (L 326/13.12.2005) και άλλες διατάξεις.



ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 113 / 2013
Καθιέρωση ενιαίας διαδικασίας αναγνώρισης σε αλλοδαπούς και ανιθαγενείς του καθεστώτος του πρόσφυγα ή δικαιούχου επικουρικής προστασίας σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου «σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα» (L 326/13.12.2005) και άλλες διατάξεις.
ΦΕΚ Α 146 - 14.06.2013
Ημερομηνία κυκλοφορίας 19.06.2013

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Έχοντας υπόψη:
1. Τις διατάξεις:
α) του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1338/1983 «Εφαρμογή του Κοινοτικού Δικαίου» (Α΄ 34), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 1440/1984 (Α΄ 70) και της παρ. 2 του ιδίου άρθρου, β) του άρθρου 3 του ν. 1338/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 ν. 1892/1990 (Α΄ 101), γ) του άρθρου 4 του ν. 1338/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 4 του ν. 1440/1984 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 7 του ν. 1775/1988 (Α΄ 101), 31 του ν. 2076/1992 (Α΄ 130), 19 του ν. 2367/1995 (Α΄ 261), 22 του ν. 2789/2000 (Α΄ 21), 48 του ν. 3427/2005 (Α΄ 312) και 91 του ν. 3862/2010 (Α΄ 113).
2. Τις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 5 του ν. 3907/2011 «΄Ιδρυση Υπηρεσίας Ασύλου και Υπηρεσίας Πρώτης Υποδοχής, προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ «σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών» και λοιπές διατάξεις» (Α΄ 7).
3. Τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 3 του ν. 2362/1995 «Περί δημοσίου λογιστικού ελέγχου των δαπανών του κράτους και άλλες διατάξεις» (Α΄ 247), όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 22 παρ. 3 του Ν. 3871/2010 (Α’ 141).
4. Τις διατάξεις του άρθρου 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά Όργανα, που κωδικοποιήθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ. 63/2005 (Α΄ 98).
5. Τις διατάξεις του π.δ. 85/2012 «Ίδρυση και μετονομασία Υπουργείων, μεταφορά και κατάργηση υπηρεσιών» (Α΄ 141), όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ. 88/2012 (Α΄ 143), 94/2012 (Α΄ 149) και 98/2012 (Α΄ 160).
6. Τις διατάξεις της υπ’ αριθ. Υ48 από 9-7-2012 απόφασης του Πρωθυπουργού «Καθορισμός αρμοδιοτήτων του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών Χρήστου Σταϊκούρα» (Β΄ 2105).
7. Τις διατάξεις της υπ’ αριθ. Υ 39 από 4-07-2012 απόφασης του Πρωθυπουργού «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Αναπληρωτή Υπουργό Εσωτερικών Χαράλαμπο Αθανασίου» (Β΄ 2091).
8. Τις διατάξεις της υπ’ αριθ. ΟΙΚ. 14362/20/18.07.2012 κοινής απόφασης του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Υφυπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας Νικόλαο Παναγιωτόπουλο» (Β΄ 2166).
9. Τα έγγραφα αριθ. ΟΙΚ. 1021/25-2-2013 και ΟΙΚ. 1043/ 25-2-2013 της Υπηρεσίας Ασύλου.
10. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος προκαλούνται οι ακόλουθες δαπάνες, οι οποίες προβλέπονται στο π.δ. 114/2010 και στο ν. 3907/2011: α) Δαπάνες, οι οποίες δεν είναι δυνατό να προσδιοριστούν, διότι εξαρτώνται από πραγματικά γεγονότα και αφορούν: ι) Στην επιμόρφωση του προσωπικού και στη διοργάνωση σεμιναρίων (άρθρα 6 παρ. 2β, 17 παρ. 7α και 31 παρ. 5). Η εν λόγω δαπάνη θα καλύπτεται εξ ολοκλήρου από τον προϋπολογισμό της Ύπατης Αρμοστείας ή της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Στήριξης για το Άσυλο και σε διαφορετική περίπτωση από τον προϋπολογισμό της Υπηρεσίας Ασύλου (Ε.Φ. 43630 ΚΑΕ 0881). ιι) Στην παροχή υπηρεσιών διερμηνείας (άρθρο 8 παρ. 1β). Η εν λόγω δαπάνη θα καλύπτεται από τον Χρηματοδοτικό Μηχανισμό του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου για τα έτη 2013 έως 2015 και για τα επόμενα οικονομικά έτη, σε περίπτωση που δεν συνεχιστεί η χρηματοδότηση από τον Χρηματοδοτικό Μηχανισμό του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, από τον προϋπολογισμό της Υπηρεσίας Ασύλου (Ε.Φ. 43630 ΚΑΕ 0871). ιιι) Στην πραγματοποίηση ιατρικών εξετάσεων (άρθρο 11 παρ. 3). Η εν λόγω ενδεχόμενη δαπάνη, εφόσον πραγματοποιηθεί, θα βαρύνει τον προϋπολογισμό της Υπηρεσίας Ασύλου (Ε.Φ. 43630 ΚΑΕ 0871). β) Δαπάνη ύψους 1.700.000 ευρώ περίπου ετησίως από την αμοιβή των μελών των Επιτροπών Προσφυγών, η οποία θα καλυφθεί από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Προσφύγων μέχρι την 31η/3/2014 και σε περίπτωση που δεν συνεχιστεί η χρηματοδότηση από το ανωτέρω Ταμείο, θα καλύπτεται από τον προϋπολογισμό της Υπηρεσίας Ασύλου (Ε.Φ. 43630 ΚΑΕ 0871).
11. Την υπ’ αριθ. 152/2013 Γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Εξωτερικών, των Αναπληρωτών Υπουργών Οικονομικών και Εσωτερικών, των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, του Υφυπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και των Υπουργών Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, αποφασίζουμε:



ΜΕΡΟΣ Α΄




ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ


Άρθρο 1
Σκοπός του παρόντος προεδρικού διατάγματος είναι η προσαρμογή της διαδικασίας αναγνώρισης σε αλλοδαπούς και ανιθαγενείς του καθεστώτος του πρόσφυγα ή δικαιούχου επικουρικής προστασίας που εφαρμόζεται σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου «σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα» (L 326/13.12.2005) στο πλαίσιο εφαρμογής του ν. 3907/2011.

Άρθρο 2
(Άρθρα 2 και 4 Οδηγίας)
Ορισμοί
Για την εφαρμογή του παρόντος προεδρικού διατάγματος:
α. «Σύμβαση της Γενεύης» είναι η Σύμβαση περί της Νομικής Καταστάσεως των Προσφύγων, η οποία υπεγράφη στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και κυρώθηκε με το ν.δ. 3989/1959 (Α΄ 201), όπως τροποποιήθηκε από το συναφές Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης της 31ης Ιανουαρίου 1967, το οποίο κυρώθηκε με τον α.ν. 389/1968 (Α΄ 125).
β. «Aίτηση διεθνούς προστασίας» ή «αίτηση ασύλου» ή «αίτηση» είναι η αίτηση παροχής προστασίας από το ελληνικό κράτος που υποβάλλει αλλοδαπός ή ανιθαγενής, με την οποία ζητά την αναγνώριση στο πρόσωπό του της ιδιότητας του πρόσφυγα, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης, ή την χορήγηση καθεστώτος επικουρικής προστασίας. Η αίτηση διεθνούς προστασίας μπορεί να περιλαμβάνει και τα μέλη της οικογενείας του αιτούντος που βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια.
γ. «Mέλη της οικογένειας» του αιτούντος διεθνή προστασία, υπό την προϋπόθεση ότι η οικογένεια υπήρχε πριν την είσοδο στη χώρα, θεωρούνται:
i. Ο σύζυγος ή ο εκτός γάμου σύντροφός του με τον οποίο διατηρεί σταθερή σχέση σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία όπως ισχύει,
ii. Τα ανήλικα, άγαμα και εξαρτημένα τέκνα, ανεξαρτήτως αν γεννήθηκαν σε γάμο ή εκτός γάμου των γονέων τους ή είναι υιοθετημένα.
iii. Τα ενήλικα τέκνα του αιτούντος που πάσχουν από πνευματική ή σωματική αναπηρία και δεν δύνανται να υποβάλουν αυτοτελώς αίτηση.
δ. «Αιτών διεθνή προστασία» ή «αιτών άσυλο» ή «αιτών» είναι ο αλλοδαπός ή ανιθαγενής, ο οποίος δηλώνει προφορικώς ή εγγράφως ενώπιον οποιασδήποτε ελληνικής αρχής, στα σημεία εισόδου στην ελληνική επικράτεια ή εντός αυτής, ότι ζητεί άσυλο ή επικουρική προστασία στη χώρα μας ή με οποιονδήποτε τρόπο ζητεί να μην απελαθεί σε κάποια χώρα εκ φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης ή επειδή κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή βλάβη σύμφωνα με το άρθρο 15 του π.δ. 96/2008 (Α΄ 152) και επί του αιτήματος του οποίου δεν έχει ληφθεί ακόμη τελεσίδικη απόφαση. Επίσης, αιτών διεθνή προστασία θεωρείται και ο αλλοδαπός, ο οποίος υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας σε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ κατ’ εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 343/2003 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας (L 050/25.02.2003), ή σε άλλο κράτος που δεσμεύεται από και εφαρμόζει τον ως άνω Κανονισμό, και μεταφέρεται στην Ελλάδα βάσει των διατάξεων του ως άνω κανονισμού.
ε. «Τελεσίδικη απόφαση» είναι η απόφαση που ορίζει εάν αλλοδαπός ή ανιθαγενής αναγνωρίζεται ή όχι ως πρόσφυγας ή δικαιούχος επικουρικής προστασίας, η οποία δεν υπόκειται πλέον σε άσκηση του ένδικου μέσου που προβλέπεται στο άρθρο 28.
στ. «Πρόσφυγας» είναι ο αλλοδαπός ή ο ανιθαγενής στο πρόσωπο του οποίου πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης.
ζ. «Καθεστώς πρόσφυγα» είναι το καθεστώς που χορηγείται κατόπιν της αναγνώρισης από την αρμόδια ελληνική αρχή ενός αλλοδαπού ή ανιθαγενούς ως πρόσφυγα.
η. «Πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία» είναι, με την επιφύλαξη του άρθρου 17 του π.δ. 96/2008, ο αλλοδαπός ή ο ανιθαγενής που δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας, αλλά στο πρόσωπό του συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι από τους οποίους προκύπτει ότι αν επιστρέψει στη χώρα της καταγωγής του ή, στην περίπτωση ανιθαγενούς, στη χώρα της προηγούμενης συνήθους διαμονής του, κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 15 του π.δ. 96/2008 και που δεν μπορεί ή λόγω του κινδύνου αυτού δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας.
θ. «Καθεστώς επικουρικής προστασίας» είναι το καθεστώς που χορηγείται κατόπιν της αναγνώρισης από την αρμόδια ελληνική αρχή ενός αλλοδαπού ή ανιθαγενούς ως δικαιούχου επικουρικής προστασίας.
ι. «Ασυνόδευτος ανήλικος» είναι το πρόσωπο ηλικίας κάτω των 18 ετών, το οποίο φθάνει στην Ελλάδα, χωρίς να συνοδεύεται από ενήλικα υπεύθυνο για τη φροντίδα του, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία ή πρακτική και για όσο χρόνο κανένας υπεύθυνος ενήλικος δεν ασκεί στην πράξη την επιμέλειά του, ή ο ανήλικος που εγκαταλείπεται ασυνόδευτος μετά την είσοδό του στην Ελλάδα.
ια. «Εκπρόσωπος ασυνόδευτου ανηλίκου» είναι ο προσωρινός ή οριστικός επίτροπος του ανηλίκου ή το πρόσωπο που ορίζεται από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Ανηλίκων ή, όπου δεν υπάρχει Εισαγγελέας Ανηλίκων, από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών για την προάσπιση των συμφερόντων του ανηλίκου αυτού.
ιβ. «Κράτηση» είναι ο περιορισμός σε ειδικό χώρο, με αποτέλεσμα τη στέρηση της ελευθερίας του προσώπου.
ιγ. «Αρμόδιες αρχές παραλαβής της αίτησης διεθνούς προστασίας» ή «αρμόδιες αρχές παραλαβής» είναι τα Περιφερειακά Γραφεία Ασύλου καθώς και τα αυτοτελή κλιμάκια των Περιφερειακών Γραφείων Ασύλου.
ιδ. «Αρμόδιες Αρχές Εξέτασης της αίτησης παροχής διεθνούς προστασίας» ή «Αρμόδιες Αρχές Εξέτασης» είναι τα Περιφερειακά Γραφεία Ασύλου και τα αυτοτελή κλιμάκια των Περιφερειακών Γραφείων Ασύλου.
ιε. «Κεντρική αρχή» είναι η Κεντρική Υπηρεσία Ασύλου του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη.
ιστ. «Χώρα καταγωγής» είναι η χώρα της ιθαγένειας ή, για τους ανιθαγενείς, η χώρα της προηγούμενης συνήθους διαμονής τους.
ιζ. «Άδεια διαμονής» είναι κάθε άδεια, η οποία εκδίδεται από τις Ελληνικές Αρχές, σύμφωνα με τον τύπο που προβλέπει η Ελληνική νομοθεσία και η οποία επιτρέπει σε αλλοδαπό ή σε ανιθαγενή τη διαμονή του στην ελληνική επικράτεια.
ιη. «Αποφαινόμενη Αρχή» είναι το αρμόδιο Περιφερειακό Γραφείο ή κλιμάκιο Ασύλου. Στις περιπτώσεις του άρθρου 18 (β), η Αποφαινόμενη Αρχή εκδίδει και τη σχετική πράξη μεταφοράς κατ’ εφαρμογή του άρθρου 19 του Κανονισμού 343/2003.
ιθ. «Αρμόδιες Αρχές Απόφασης» είναι η Αποφαινόμενη Αρχή, η Επιτροπή Προσφυγών της Αρχής Προσφυγών και, στις περιπτώσεις του άρθρου 25 παρ. 5, ο Διευθυντής της Αρχής Προσφυγών.
κ. «Μεταγενέστερη αίτηση» είναι η αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται μετά από τελεσίδικη απορριπτική απόφαση. Ως μεταγενέστερη αίτηση λογίζεται και κάθε νέα αίτηση διεθνούς προστασίας μετά από παραίτηση κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ 1.
κα. «Ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας» είναι η απόφαση της Αποφαινόμενης Αρχής να ανακαλέσει ή να αρνηθεί να ανανεώσει καθεστώς πρόσφυγα ή επικουρικής προστασίας.
κβ. «Παραμονή στη χώρα» είναι η παραμονή στο έδαφος της ελληνικής επικράτειας, περιλαμβανομένων των συνόρων και των ζωνών διέλευσης.
κγ. «Σύμβουλος του αιτούντος» είναι ο νομικός, ιατρός, ψυχολόγος ή κοινωνικός λειτουργός, ο οποίος τον υποστηρίζει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός του.
κδ. «Δελτίο αιτούντος διεθνή προστασία» ή «δελτίο» είναι το ειδικό ατομικό δελτίο που εκδίδεται για τον αιτούντα κατά την διάρκεια της εξέτασης του αιτήματός του από τις αρμόδιες αρχές παραλαβής και του επιτρέπει την παραμονή στην ελληνική επικράτεια μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί του αιτήματος.
κε. «Αιτούντες που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες» είναι οι αιτούντες που ανήκουν στις κατηγορίες οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3907/2011 (Α΄ 7).


Άρθρο 3
(Άρθρο 3 Οδηγίας)
Πεδίο εφαρμογής
1. Το παρόν εφαρμόζεται σε όλες τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας που υποβάλλονται στο έδαφος της ελληνικής επικράτειας, περιλαμβανομένων των συνόρων, ή στις ζώνες διέλευσης της χώρας, καθώς και στις διαδικασίες ανάκλησης χορηγηθέντος καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Όλες οι αιτήσεις διεθνούς προστασίας εξετάζονται κατ’ αρχάς με βάση τα κριτήρια της Σύμβασης της Γενεύης, ως προς το καθεστώς του πρόσφυγα, και, εφόσον αυτά δεν πληρούνται, εξετάζονται με βάση τα κριτήρια του καθεστώτος επικουρικής προστασίας.
2. Το παρόν δεν εφαρμόζεται επί αιτήσεων διπλωματικού ή εδαφικού ασύλου που υποβάλλονται σε ελληνικές διπλωματικές αρχές και μόνιμες αντιπροσωπείες στο εξωτερικό.
3. Η ερμηνεία και εφαρμογή του παρόντος γίνονται σε συμφωνία με τη Σύμβασης τη Γενεύης, καθώς και τις διεθνείς και ευρωπαϊκές συμβάσεις προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου που έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΙΣΧΥΟΥΝ ΚΑΘ’ ΟΛΗ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

Άρθρο 4

(Άρθρο 6 Οδηγίας)
Πρόσβαση στη διαδικασία
1. Κάθε αλλοδαπός ή ανιθαγενής έχει δικαίωμα υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας. Οι αρμόδιες αρχές παραλαβής διασφαλίζουν την άσκηση του δικαιώματος υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο αιτών θα παρουσιασθεί αυτοπροσώπως ενώπιον των ως άνω αρχών, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 9 παρ. 1 περίπτ. α΄. Σε περίπτωση που ο αιτών υπόκειται σε διαδικασία πρώτης υποδοχής ή είναι κρατούμενος, οι αρμόδιες υπηρεσίες Πρώτης Υποδοχής ή κράτησης μεριμνούν για την άμεση ενημέρωση και παραπομπή αυτού στην κατά τόπον αρμόδια αρχή εξέτασης, εντός των νομίμων προθεσμιών της παρ. 5 του άρθρου 11 του ν. 3907/2011 (Α΄ 7).
2. Ο αιτών μπορεί να υποβάλει αίτηση εξ ονόματος και των μελών της οικογένειάς του. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα ενήλικα μέλη πρέπει να συναινούν εγγράφως στην κατάθεση της αίτησης εξ ονόματός τους ή σε αντίθετη περίπτωση να έχουν την ευκαιρία να υποβάλουν οι ίδιοι την αίτησή τους. Η συναίνεση ζητείται κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ή το αργότερο κατά την προσωπική συνέντευξη με το εν λόγω μέλος. Αιτών που αποκτά τέκνο μετά την είσοδό του στη χώρα δύναται να υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας εξ ονόματος του τέκνου, η οποία υποχρεωτικά συνοδεύεται από τη ληξιαρχική πράξη γέννησης του τέκνου. Η αίτηση αυτή συνενώνεται με την αίτηση διεθνούς προστασίας του αιτούντος γονέα σε όποιο στάδιο και βαθμό της διαδικασίας βρίσκεται αυτή.
3. Ο ασυνόδευτος, ή μη, ανήλικος άνω των 14 ετών δύναται να υποβάλει ο ίδιος αίτηση.
4. Ο ασυνόδευτος ανήλικος, κάτω των 14 ετών, υποβάλλει αίτηση δι’ εκπροσώπου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 11.
5. Αν η αίτηση διεθνούς προστασίας υποβληθεί σε μη αρμόδια αρχή, αυτή υποχρεούται να ειδοποιήσει αμέσως την αρμόδια αρχή παραλαβής με τον προσφορότερο τρόπο και να παραπέμψει σε αυτήν τον αιτούντα. Η Κεντρική Υπηρεσία Ασύλου μεριμνά για την ενημέρωση των αρχών στις οποίες είναι πιθανόν να απευθυνθεί όποιος επιθυμεί να υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας, σχετικά με τις αρμόδιες υπηρεσίες και τη διαδικασία υποβολής της αίτησης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 5
(Άρθρο 7 Οδηγίας)
Δικαίωμα παραμονής αιτούντων : Εξαιρέσεις
1. Οι αιτούντες επιτρέπεται να παραμένουν στη χώρα μέχρι την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας εξέτασης της αίτησης και δεν απομακρύνονται με οποιοδήποτε τρόπο.
2. Η προηγούμενη παράγραφος δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου οι αρμόδιες αρχές είτε παραδίδουν τον αιτούντα σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3251/2004 (Α΄ 127), είτε εκδίδουν αυτόν σε τρίτη χώρα με την εξαίρεση της χώρας καταγωγής του αιτούντος ή σε διεθνή ποινικά δικαστήρια, με βάση τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας. Η παράδοση ή η έκδοση δεν πρέπει να οδηγεί σε έμμεση ή άμεση επαναπροώθηση του ενδιαφερόμενου κατά παράβαση του άρθρου 33 παρ. 1 της Σύμβασης της Γενεύης ή σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης σύμφωνα με το άρθρο 15 του π.δ. 96/2008. Κανένας δεν εκδίδεται πριν εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αίτησής του, εφόσον επικαλείται φόβο δίωξης στο εκζητούν κράτος.
3. Το δικαίωμα παραμονής του αιτούντος στη χώρα, σύμφωνα με την παρ. 1, δεν θεμελιώνει δικαίωμα για χορήγηση άδειας διαμονής.

Άρθρο 6
(Άρθρο 8 Οδηγίας)
Προϋποθέσεις για την εξέταση της αίτησης
1. Οι αιτήσεις δεν απορρίπτονται, ούτε αποκλείεται η εξέτασή τους για μόνο το λόγο ότι δεν υποβλήθηκαν το ταχύτερο δυνατό.
2. Οι αποφάσεις επί των αιτήσεων λαμβάνονται σε ατομική βάση, μετά από εμπεριστατωμένη, αντικειμενική και αμερόληπτη εξέταση. Για το σκοπό αυτό η Κεντρική Υπηρεσία Ασύλου:
α. Αναζητεί, συλλέγει, αξιολογεί και τηρεί συγκεκριμένες και ακριβείς πληροφορίες σχετικά με την πολιτική, κοινωνική, οικονομική καθώς και τη γενική κατάσταση που επικρατεί στις χώρες προέλευσης των αιτούντων (χώρες καταγωγής, χώρες προηγούμενης συνήθους διαμονής, χώρες μέσω των οποίων διήλθαν κ.λπ.) σε συνεργασία με άλλες συναρμόδιες αρχές ή αντίστοιχες αρχές κρατών-μελών Ε.Ε., στο πλαίσιο σχετικών συμφωνιών ή από αξιόπιστες πηγές, όπως η Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες. Οι πληροφορίες αυτές κοινοποιούνται στις Αρμόδιες Αρχές Εξέτασης.
β. Μεριμνά, ώστε το προσωπικό που εξετάζει και αποφασίζει για τις αιτήσεις ή εισηγείται για τη λήψη αποφάσεων, να γνωρίζει τη νομοθεσία και τη νομολογία περί διεθνούς προστασίας. Προς τούτο, οργανώνει την εκπαίδευση και φροντίζει για τη συνεχή επιμόρφωση του προσωπικού. Επίσης διοργανώνει σεμινάρια εκπαίδευσης αυτοτελώς καθώς επίσης και σε συνεργασία με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Στήριξης για το Άσυλο. Μπορεί επίσης να διοργανώνει σεμινάρια κατάρτισης με Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις. Κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές παραλαβής, εξέτασης και απόφασης τις διαθέσιμες από την Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες οδηγίες και ενημερωτικά δελτία σε θέματα διεθνούς προστασίας.


Άρθρο 7
(Άρθρο 9 Οδηγίας)
Αιτιολόγηση και επίδοση αποφάσεων και άλλων διαδικαστικών εγγράφων
1. Οι αποφάσεις επί της αίτησης διεθνούς προστασίας συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων μεταφοράς βάσει του Κανονισμού (ΕΚ) 343/2003 επιδίδονται στον αιτούντα με μέριμνα της αρμόδιας αρχής εξέτασης. Η επίδοση πραγματοποιείται το ταχύτερο δυνατό μετά την έκδοση της απόφασης και αφού ειδοποιηθεί ο αιτών προκειμένου να προσέλθει για την παραλαβή της απόφασης σε συγκεκριμένη ημερομηνία. Η ειδοποίηση πραγματοποιείται, με βάση τα δηλωθέντα υπευθύνως από τον ίδιο πλέον πρόσφατα στοιχεία επικοινωνίας, με επιστολή, τηλεγράφημα, τηλεομοιοτυπία, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή τηλεφώνημα. Για την πράξη αυτή γίνεται από τον αρμόδιο υπάλληλο σχετική μνεία στο φάκελο του αιτούντος ή σε ειδικό βιβλίο, η οποία πρέπει να φέρει χρονολογία και ώρα διενέργειας της πράξης, το όνομα και την υπογραφή του υπαλλήλου που προέβη στην ειδοποίηση και το είδος της πράξης στην οποία προέβη. Εάν ο αιτών είναι κρατούμενος ή παραμένει σε Περιφερειακές Υπηρεσίες Πρώτης Υποδοχής, η απόφαση παραδίδεται στον προϊστάμενο του οικείου καταστήματος ή εγκατάστασης ο οποίος μεριμνά για την άμεση επίδοση στον κρατούμενο σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή εξέτασης.
2. Εάν ο αιτών δεν ανταποκριθεί ή δεν καταστεί δυνατόν να ανευρεθεί με τα μέσα που αναφέρονται στην παρ. 1, η επίδοση διενεργείται το αργότερο κατά την επόμενη προσέλευση του αιτούντος για ανανέωση του ειδικού δελτίου από τις αρμόδιες αρχές. Εάν ο αιτών δεν εμφανισθεί το αργότερο κατά την επόμενη εργάσιμη ημέρα μετά τη λήξη του δελτίου, η επίδοση θεωρείται ότι έχει πραγματοποιηθεί κατά την ημέρα αυτή. Σε αυτήν την περίπτωση, συντάσσεται σχετική έκθεση επίδοσης, αντίγραφο της οποίας αποστέλλεται με επιστολή στην τελευταία δηλωθείσα διεύθυνση του αιτούντος.
3. Όταν η επίδοση διενεργείται παρουσία του αιτούντος, ο αιτών ενημερώνεται από διερμηνέα σε γλώσσα που κατανοεί, μνεία δε του γεγονότος αυτού γίνεται στη σχετική έκθεση επίδοσης. Όταν η επίδοση διενεργείται με άλλο τρόπο επισυνάπτεται και έντυπο σε γλώσσα που κατανοεί ο αιτών που εξηγεί το περιεχόμενο του εγγράφου, τις συνέπειές του για τον ίδιο και τις ενέργειες στις οποίες δύναται να προβεί.
4. Η απόφαση που απορρίπτει αίτηση διεθνούς προστασίας αναφέρει τους πραγματικούς και νομικούς λόγους της απόρριψης. Στην απορριπτική απόφαση γίνεται μνεία για την προθεσμία προς άσκηση προσφυγής, για το όργανο ενώπιον του οποίου ασκείται καθώς και για τις συνέπειες παρόδου άπρακτης της προθεσμίας αυτής.
5. Προσκλήσεις του αιτούντος από την αρμόδια αρχή εξέτασης στη συνέντευξη που αναφέρεται στο άρθρο 17 και από την Αρχή Προσφυγών σε ακρόαση κατά το άρθρο 26 πραγματοποιούνται με κάθε πρόσφορο μέσο, μεταξύ των οποίων όσα αναφέρονται στο τρίτο εδάφιο της παρ. 1, που εξασφαλίζει ότι ο αιτών έλαβε γνώση της πρόσκλησης. Δεν απαιτείται πρόσκληση, εφόσον στον αιτούντα έχει οριστεί συγκεκριμένη ημερομηνία συνέντευξης ή προφορικής ακρόασης σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας και του έχει εξηγηθεί η σημασία και το περιεχόμενο των διαδικασιών αυτών. Κάθε άλλη πρόσκληση ή κλήση του αιτούντα πραγματοποιείται με τα μέσα που αναφέρονται στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1. Για κάθε μη ρυθμιζόμενο θέμα από την παρούσα παράγραφο εφαρμόζεται αναλόγως η παράγραφος 2 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α΄ 45).
6. Οι αποφάσεις επί των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, οι αποφάσεις διακοπής εξέτασης αίτησης και οι αποφάσεις ανάκλησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας κοινοποιούνται στην Διεύθυνση Αλλοδαπών του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας. Επιπλέον, οι αποφάσεις των Επιτροπών Προσφυγών κοινοποιούνται στον Υπουργό Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη.
7. Όταν έχει υποβληθεί αίτηση εξ ονόματος των μελών της οικογένειας του αιτούντος, που επικαλούνται τους ίδιους λόγους, η αρμόδια αρχή απόφασης μπορεί να εκδίδει μια απόφαση που αφορά όλα τα μέλη της οικογένειας.

Άρθρο 8
(Άρθρο 10 Οδηγίας)
Εγγυήσεις για τους αιτούντες
1. Οι αιτούντες, κατά την εφαρμογή των διατάξεων των Κεφαλαίων Γ΄ και Δ΄ έχουν τα ακόλουθα δικαιώματα:
α. Ενημερώνονται, σε γλώσσα την οποία κατανοούν, για τη διαδικασία που ακολουθείται, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, το γεγονός ότι οι πληροφορίες που παρέχουν στις αρχές κατά τη διάρκεια της εξέτασης της αίτησής τους παραμένουν εμπιστευτικές, για τις συνέπειες της μη συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις τους και της μη συνεργασίας με τις αρχές καθώς και για τις συνέπειες της ρητής ή σιωπηρής ανάκλησης της αίτησής τους. Επίσης, ενημερώνονται για τις προθεσμίες και τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους, ώστε να συμμορφωθούν με την υποχρέωση υποβολής των στοιχείων που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησής τους. Οι πληροφορίες τους παρέχονται εγκαίρως ώστε να ασκήσουν τα δικαιώματα τους και να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις που περιγράφονται στο άρθρο 9. Οι πληροφορίες αυτές δύναται να παρέχονται και τηλεφωνικώς ή με αυτοματοποιημένο τρόπο.
β. Τους παρέχονται υπηρεσίες διερμηνέα για να υποβάλουν την αίτησή τους και να εκθέσουν την υπόθεσή τους στις αρμόδιες αρχές παραλαβής και εξέτασης και για τη διεξαγωγή της συνέντευξης ή προφορικής ακρόασης σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, εφόσον δεν μπορεί να εξασφαλισθεί η αναγκαία επικοινωνία χωρίς αυτόν. Η δαπάνη της διερμηνείας βαρύνει το Δημόσιο. Η παροχή υπηρεσιών διερμηνείας όπου αυτή απαιτείται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διεθνούς προστασίας δύναται να παρέχεται και εξ αποστάσεως με τη χρήση κατάλληλων τεχνικών μέσων επικοινωνίας, σε περίπτωση που η φυσική παρουσία διερμηνέα δεν είναι πρόσφορη.
γ. Επιτρέπεται η επικοινωνία τους με την Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες ή με κάθε άλλη οργάνωση που παρέχει νομική, ιατρική και ψυχολογική συνδρομή.
δ. Εφοδιάζονται ατελώς από την αρμόδια αρχή παραλαβής, αμέσως μετά την ολοκλήρωση των διαδικασιών καταγραφής, με το δελτίο αιτούντος διεθνή προστασία, το οποίο φέρει τη φωτογραφία τους. Το δελτίο αυτό αποτελεί προσωρινό τίτλο, δεν θεμελιώνει δικαίωμα για έκδοση άδειας διαμονής, διασφαλίζει την απόλαυση των δικαιωμάτων των αιτούντων όπου αυτά προβλέπονται από κείμενες διατάξεις, εξασφαλίζει τις απαραίτητες αναγκαίες συναλλαγές κατά το χρόνο ισχύος του και τους επιτρέπει την παραμονή στην ελληνική επικράτεια. Τον τύπο, το περιεχόμενο και τις προδιαγραφές του ως άνω δελτίου καθορίζει ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη. Στο δελτίο αυτό μπορεί να αναφέρεται περιορισμός της κυκλοφορίας του αιτούντος σε τμήμα της ελληνικής επικράτειας. Το δελτίο έχει διάρκεια ισχύος μέχρι 6 μήνες και ανανεώνεται έως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της αίτησης διεθνούς προστασίας. Ο Διευθυντής της Υπηρεσίας Ασύλου δύναται, με απόφασή του, να περιορίζει την διάρκεια ισχύος των δελτίων ανάλογα με την αναμενόμενη διάρκεια έκδοσης των αποφάσεων επί των αιτήσεων διεθνούς προστασίας. Η αρμόδια αρχή παραλαβής δύναται να περιορίζει την διάρκεια ισχύος του δελτίου συγκεκριμένου αιτούντος για μικρότερο χρονικό διάστημα εφόσον τούτο κρίνεται αναγκαίο για την απρόσκοπτη και ταχεία ολοκλήρωση της εξέτασης της αίτησης. Το δελτίο παραδίδεται υποχρεωτικά από τον αιτούντα στην αρμόδια αρχή εξέτασης κατά την επίδοση σε αυτόν της απόφασης επί της αίτησής του και παύει αυτοδικαίως να ισχύει. Με αντίστοιχο δελτίο εφοδιάζονται και τα μέλη της οικογένειας του αιτούντος. Στην περίπτωση που ο αιτών κρατείται ή παραμένει σε εγκαταστάσεις Πρώτης Υποδοχής ή όσο διαρκεί η εξέταση της αίτησης που έχει υποβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 24, το προαναφερόμενο δελτίο χορηγείται μετά την άρση της κράτησης, ή το πέρας παραμονής σε εγκαταστάσεις Πρώτης Υποδοχής ή αφού του επιτραπεί η είσοδος στο έδαφος της χώρας σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 2. Στις περιπτώσεις αυτές ο αιτών οφείλει να παρουσιασθεί εντός 10 ημερών στην αρμόδια αρχή εξέτασης ή παραλαβής για να δηλώσει τα στοιχεία επικοινωνίας του.
ε. Ενημερώνονται σχετικά με το αποτέλεσμα της απόφασης επί της αίτησης διεθνούς προστασίας σε γλώσσα που κατανοούν, καθώς και για τη δυνατότητα προσβολής της απορριπτικής απόφασης και της σχετικής προθεσμίας.
2. Η απόφαση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας εκδίδεται και επιδίδεται στον αιτούντα το ταχύτερο δυνατόν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7.
3. Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας, οι αρμόδιες κατά το νόμο αρχές αναγνωρίζουν και θεωρούν το γνήσιο της υπογραφής αιτούντων με την επίδειξη του δελτίου. Στις περιπτώσεις κράτησης, παραμονής σε Περιφερειακές Υπηρεσίες Πρώτης Υποδοχής ή κατά τη διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 24, οι αρμόδιες κατά τον νόμο αρχές αναγνωρίζουν και βεβαιώνουν την υπογραφή των αλλοδαπών βάσει των στοιχείων που έχουν δηλώσει.

Άρθρο 9
(Άρθρο 11 Οδηγίας)
Υποχρεώσεις των αιτούντων
1. Οι αιτούντες υποχρεούνται να συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές στο μέτρο που αυτό είναι αναγκαίο για τη διεκπεραίωση της αίτησής τους, συμπεριλαμβανομένης και της διαπίστωσης των στοιχείων της ταυτότητάς τους. Ειδικότερα, σε κάθε περίπτωση, οι αιτούντες υποχρεούνται να:
α. Παρουσιάζονται ενώπιον των αρμοδίων αρχών αυτοπροσώπως χωρίς καθυστέρηση ή στον καθοριζόμενο από τις οικείες διατάξεις χρόνο να υποβάλλουν τα αιτήματά τους. Αίτηση διεθνούς προστασίας, παραίτηση από αυτήν, προσφυγή κατά απορριπτικής απόφασης, μεταγενέστερη αίτηση και αίτηση για ανανέωση του δελτίου αιτούντος διεθνή προστασία υποβάλλονται αυτοπροσώπως, εκτός αν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας, όπως σοβαρή ασθένεια, σοβαρή σωματική αναπηρία ή κράτηση, οι οποίοι θα πρέπει να αποδεικνύονται με ανάλογο πιστοποιητικό ή βεβαίωση δημόσιας υπηρεσίας. Στις προαναφερόμενες περιπτώσεις ανωτέρας βίας η αίτηση περιλαμβάνει δήλωση του αιτούντος ότι γνωρίζει τις προϋποθέσεις της παρούσας παραγράφου. Σε κάθε περίπτωση, η εκκίνηση της διαδικασίας εξέτασης μιας αίτησης διεθνούς προστασίας τελεί υπό την προϋπόθεση της διαπίστωσης της συνδρομής των ως άνω λόγων, καθώς και της αυτοπρόσωπης εμφάνισης του αιτούντος ενώπιον των αρμοδίων αρχών παραλαβής.
β. Παραδίδουν το ταξιδιωτικό έγγραφο ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο έχουν στην κατοχή τους και σχετίζεται με την εξέταση της αίτησης και των στοιχείων που πιστοποιούν την ταυτότητα των ιδίων και των μελών της οικογένειάς τους, τη χώρα προέλευσης και τον τόπο καταγωγής τους, καθώς και την οικογενειακή τους κατάσταση. Η αναγνώριση της ιδιότητας του δικαιούχου διεθνούς προστασίας δεν προϋποθέτει απαραιτήτως την υποβολή αποδεικτικών στοιχείων. Στις περιπτώσεις που παραδοθούν τα ανωτέρω έγγραφα συντάσσεται πρακτικό παράδοσης-παραλαβής, αντίγραφο του οποίου χορηγείται στον αιτούντα.
γ. Ενημερώνουν αμέσως τις αρμόδιες αρχές παραλαβής ή/και εξέτασης για τη διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής τους και τα άλλα στοιχεία επικοινωνίας τους καθώς και για κάθε μεταβολή των ως άνω στοιχείων. Επίσης, υποχρεούνται να δέχονται κάθε επίδοση ή κοινοποίηση στον πιο πρόσφατο τόπο διαμονής ή κατοικίας που έχουν δηλώσει.
δ. Συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές για τη διενέργεια κάθε νόμιμης έρευνας σχετικά με την αίτησή τους.
ε. Δέχονται σωματική έρευνα και έρευνα των αντικειμένων που φέρουν, φωτογραφίζονται, και δακτυλοσκοπούνται, εφόσον είναι άνω των 14 ετών, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
2. Για τις υποχρεώσεις αυτές και τα δικαιώματα που παρέχονται σύμφωνα με το άρθρο 8, ενημερώνονται ειδικά οι αιτούντες σε γλώσσα που κατανοούν και συντάσσεται προς τούτο σχετικό αποδεικτικό, στο οποίο αναφέρεται η γλώσσα επικοινωνίας.

Άρθρο 10
(Άρθρα 15 και 16 Οδηγίας)
Εκπροσώπηση και συνδρομή
1. Οι αιτούντες έχουν δικαίωμα να συμβουλεύονται με δαπάνη τους δικηγόρο ή άλλο σύμβουλο σε θέματα σχετικά με την αίτησή τους. Εφόσον ειδικές διατάξεις δεν ορίζουν διαφορετικά για συγκεκριμένες πράξεις, η εξουσιοδότηση αιτούντων προς δικηγόρο για την εκπροσώπησή τους ενώπιον των αρχών του παρόντος μπορεί να πραγματοποιηθεί και με απλό ιδιωτικό έγγραφο, χωρίς να απαιτείται θεώρηση του γνησίου της υπογραφής. Η εξουσιοδότηση αιτούντων προς άλλα πρόσωπα απαιτεί θεώρηση του γνησίου της υπογραφής.
2. Σε περίπτωση επιδίωξης δικαστικής προστασίας, ο αιτών είναι δυνατόν να λαμβάνει δωρεάν νομική βοήθεια, κατά τις διατάξεις του ν. 3226/2004 (Α΄ 24), που εφαρμόζονται αναλόγως.
3. Οι δικηγόροι που εκπροσωπούν αιτούντες έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες του φακέλου τους, εφόσον αυτές σχετίζονται με την εξέταση της αίτησης. Άλλοι σύμβουλοι που παρέχουν συνδρομή σε αιτούντες έχουν πρόσβαση σε στοιχεία του φακέλου τους εφόσον αυτά σχετίζονται με την παρεχόμενη συνδρομή. Η Αποφαινόμενη Αρχή δύναται, μετά από αιτιολογημένη πράξη της, να απαγορεύει τη γνωστοποίηση πληροφοριών ή της πηγής αυτών, εφόσον κρίνει ότι η αποκάλυψη αυτών ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια ή τις διεθνείς σχέσεις της χώρας ή την ασφάλεια ή την επιβαλλόμενη μυστικότητα της δράσης υπηρεσιών ή προσώπων που παρέχουν τις πληροφορίες. Η πρόσβαση στις εν λόγω απόρρητες πληροφορίες ή πηγές είναι δυνατή, σε κάθε περίπτωση, από το δικαστήριο, το οποίο είναι αρμόδιο για την εξέταση των προβλεπομένων στο άρθρο 28 αιτήσεων ακυρώσεως.
4. Οι δικηγόροι που εκπροσωπούν και οι σύμβουλοι που παρέχουν συνδρομή σε αιτούντες έχουν πρόσβαση σε Περιφερειακές Υπηρεσίες Πρώτης Υποδοχής υπό τους ειδικούς όρους του Γενικού Κανονισμού λειτουργίας της Υπηρεσίας Πρώτης Υποδοχής. Επίσης έχουν πρόσβαση σε χώρους κράτησης και ζώνες διέλευσης, για να επικοινωνούν με τους αιτούντες, σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο. Η δυνατότητα πρόσβασης των ως άνω προσώπων στους χώρους αυτούς περιορίζεται όταν τούτο κρίνεται αντικειμενικά απαραίτητο από τις εκάστοτε αρμόδιες αρχές για την ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή τη διοικητική διαχείριση του εν λόγω χώρου, υπό τον όρο ότι η πρόσβασή τους δεν περιορίζεται υπερβολικά ούτε καθίσταται αδύνατη.
5. Δικηγόροι ή άλλοι σύμβουλοι δικαιούνται να παρέχουν κάθε νόμιμη συνδρομή στον αιτούντα σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. Οι αιτούντες δικαιούνται να παρίστανται στην προσωπική συνέντευξη με τον δικηγόρο που τους εκπροσωπεί ή τον σύμβουλο που τους παρέχει συνδρομή. Η απουσία του δικηγόρου ή άλλου συμβούλου δεν εμποδίζει τη διεξαγωγή της προσωπικής συνέντευξης.

Άρθρο 11
(Άρθρο 17 Οδηγίας)
Αιτήσεις ασυνόδευτων ανήλικων
1. Οι αρμόδιες αρχές, όταν υποβάλλεται αίτηση από ασυνόδευτους ανήλικους, ενεργούν σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 19 του π.δ. 220/2007, για το διορισμό επιτρόπου του ανηλίκου. Στον επίτροπο ή στον ασκούντα τη σχετική πράξη επιτροπείας παρέχεται η ευκαιρία να ενημερώνει τον ασυνόδευτο ανήλικο για τη σημασία και τις πιθανές συνέπειες της προσωπικής συνέντευξης, καθώς και για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να προετοιμασθεί για αυτή. Ο επίτροπος ή ο ασκών τη σχετική πράξη επιτροπείας καλείται και δύναται να παρίσταται στην προσωπική συνέντευξη του ανηλίκου και να υποβάλλει ερωτήσεις ή παρατηρήσεις προς διευκόλυνση της διαδικασίας.
2. Οι χειριστές που διεξάγουν προσωπικές συνεντεύξεις με ασυνόδευτο ανήλικο πρέπει να διαθέτουν τις αναγκαίες γνώσεις σχετικά με τις ειδικές ανάγκες των ανηλίκων και να διενεργούν με τέτοιο τρόπο την συνέντευξη, ώστε να είναι απόλυτα αντιληπτή από τον αιτούντα, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη την ηλικία του.
3. Οι Αρμόδιες Αρχές Εξέτασης μπορούν να χρησιμοποιούν ιατρικές εξετάσεις για τον προσδιορισμό της ηλικίας των ασυνόδευτων ανηλίκων. Στις περιπτώσεις που χρησιμοποιούνται ιατρικές εξετάσεις, λαμβάνεται μέριμνα ώστε:
α. οι ασυνόδευτοι ανήλικοι να ενημερώνονται, πριν από την εξέταση της αίτησής τους και σε γλώσσα την οποία κατανοούν, για τη δυνατότητα προσδιορισμού της ηλικίας τους με ιατρική εξέταση, για τη μέθοδο της εξέτασης, τις ενδεχόμενες συνέπειες των αποτελεσμάτων της ιατρικής εξέτασης στην εξέταση της αίτησης καθώς και τις συνέπειες της άρνησής τους να υποβληθούν στην ιατρική εξέταση,
β. οι ασυνόδευτοι ανήλικοι ή οι επίτροποί τους να συναινούν στη διενέργεια εξέτασης για τον προσδιορισμό της ηλικίας των συγκεκριμένων ανηλίκων,
γ. η απόφαση απόρριψης της αίτησης ασυνόδευτου ανηλίκου που αρνήθηκε να υποβληθεί σε αυτή την ιατρική εξέταση να μη βασίζεται μόνο στην άρνηση αυτή και
δ. μέχρι την ολοκλήρωση της ιατρικής εξέτασης, το πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι είναι ανήλικο να έχει ανάλογη μεταχείριση ως ανήλικο.
4. Εφόσον από τη διαδικασία για τον προσδιορισμό της ηλικίας δεν προκύψει με ασφάλεια ότι ο αιτών είναι ενήλικος, αυτός αντιμετωπίζεται ως ανήλικος.
5. Το γεγονός ότι ένας ασυνόδευτος ανήλικος έχει αρνηθεί να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση δεν εμποδίζει την Αποφαινόμενη Αρχή να λαμβάνει απόφαση επί της αίτησης.
6. Αιτήσεις διεθνούς προστασίας ασυνόδευτων ανηλίκων εξετάζονται πάντοτε με την κανονική διαδικασία.
7. Η διασφάλιση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού αποτελεί πρωταρχική υποχρέωση κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 12
(Άρθρο 18 Οδηγίας)
Κράτηση των αιτούντων
1. Αλλοδαπός ή ανιθαγενής που αιτείται διεθνή προστασία, δεν κρατείται για μόνο το λόγο ότι έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας, καθώς και ότι εισήλθε και παραμένει παράνομα στη χώρα.
2. Αλλοδαπός ή ανιθαγενής που υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας ενόσω κρατείται, παραμένει υπό κράτηση, εφόσον αυτή έχει επιβληθεί κατ’ εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας. Εάν κρατείται βάσει των σχετικών διατάξεων των ν. 3386/2005 και 3907/2011 όπως ισχύουν, κατ’ εξαίρεση και εφόσον κριθεί ότι δεν μπορούν να εφαρμοσθούν εναλλακτικά μέτρα όπως αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 22 παρ. 3 του ν.3907/2011, παραμένει υπό κράτηση για έναν από τους παρακάτω λόγους:
α. για τη διαπίστωση των πραγματικών στοιχείων της ταυτότητας ή της καταγωγής του, ή
β. εφόσον συνιστά κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη, κατά την αιτιολογημένη κρίση της αστυνομικής αρχής, ή
γ. εφόσον η κράτησή του κρίνεται αναγκαία για την ταχεία ολοκλήρωση εξέτασης της αίτησής του, συμπεριλαμβανομένης και αυτής που υποβάλλεται εντός Περιφερειακών Υπηρεσιών Πρώτης Υποδοχής. Στην περίπτωση αυτή οι Αρχές Εξέτασης λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την ταχεία ολοκλήρωση της διαδικασίας.
3. Οι αρμόδιες υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας δύνανται να αποφασίσουν την κράτηση συγκεκριμένου αιτούντος, κατ’ εξαίρεση και εφόσον κρίνουν ότι δεν μπορούν να εφαρμοσθούν εναλλακτικά μέτρα, όταν κρίνουν ότι ο αιτών συνιστά κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη για λόγους που αιτιολογούνται ειδικώς στην απόφαση κράτησης.
4. Η απόφαση κράτησης λαμβάνεται από τον οικείο Αστυνομικό Διευθυντή και, προκειμένου περί των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης, τον αρμόδιο για θέματα αλλοδαπών Αστυνομικό Διευθυντή, και περιέχει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Στις περιπτώσεις (α) και (γ) της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου η απόφαση κράτησης λαμβάνεται κατόπιν εισήγησης του Προϊσταμένου της αρμόδιας αρχής εξέτασης. Στην περίπτωση (β) ενημερώνεται αμέσως ο Προϊστάμενος του αρμόδιου Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου ή ο Διευθυντής της Αρχής Προσφυγών ο οποίος μεριμνά για την κατά προτεραιότητα εξέταση της αίτησης ή της προσφυγής.
5. Οι αιτούντες κρατούνται στους χώρους κράτησης που προβλέπονται στο άρθρο 31 του ν. 3907/2011.
6. Η κράτηση αιτούντων επιβάλλεται για το απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα και κατ’ αρχήν δεν δύναται να υπερβαίνει τους τρεις (3) μήνες. Εάν ο αιτών είναι ήδη κρατούμενος, ο συνολικός χρόνος κράτησης, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 30 του ν. 3907/2011, δεν δύναται να υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες για την περίπτωση (γ) της παραγράφου 2 και τους δώδεκα (12) μήνες για τις περιπτώσεις (α) και (β) της παραγράφου 2 και της παραγράφου 3. Στις τρεις τελευταίες περιπτώσεις η κράτηση δύναται να παρατείνεται περαιτέρω έως έξι (6) ακόμη μήνες, με νεότερη και ειδικά αιτιολογημένη απόφαση των οργάνων της παραγράφου 4, σχετικά με την εξακολούθηση συνδρομής των λόγων που την επέβαλαν. Η κράτηση του αιτούντος διεθνή προστασία συνιστά λόγο επιτάχυνσης της διαδικασίας ασύλου, λαμβανομένων υπόψη της, τυχόν, έλλειψης κατάλληλων χώρων και των δυσχερειών εξασφάλισης αξιοπρεπών συνθηκών διαβίωσης των τελούντων σε κράτηση. Οι δυσχέρειες αυτές συνεκτιμώνται για την επιβολή ή την παράταση της κράτησης.
7. Οι αιτούντες που κρατούνται, σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, έχουν τα δικαιώματα προσφυγής και υποβολής αντιρρήσεων που προβλέπονται στις παρ. 3 και 4 του άρθρου 76 του ν. 3386/2005, όπως ισχύει.
8. Στις περιπτώσεις κράτησης αιτούντων, οι αρμόδιες αρχές, με την επιφύλαξη των διεθνών και εθνικών κανόνων δικαίου που διέπουν την κράτηση, εφαρμόζουν, κατά περίπτωση, τα ακόλουθα:
α. Μεριμνούν ώστε οι γυναίκες να κρατούνται σε χώρο χωριστά από τους άντρες.
β. Αποφεύγουν την κράτηση των ανήλικων. Ανήλικοι που έχουν χωριστεί από τις οικογένειές τους και ασυνόδευτοι ανήλικοι κρατούνται μόνο για τον απαραίτητο χρόνο έως την ασφαλή παραπομπή τους σε κατάλληλες δομές φιλοξενίας ανηλίκων.
γ. Αποφεύγουν την κράτηση εγκύων κατά τη διάρκεια της κύησης και για τρεις μήνες μετά τον τοκετό.
δ. Παρέχουν στους κρατούμενους την προσήκουσα ιατρική φροντίδα.
ε. Διασφαλίζουν το δικαίωμα για νομική εκπροσώπηση των κρατούμενων.
στ. Μεριμνούν ώστε οι κρατούμενοι να ενημερώνονται σε γλώσσα που κατανοούν για τους λόγους και τη διάρκεια της κράτησης.
9. Όταν εκλείψουν οι λόγοι που δικαιολογούν την κράτηση ενός αιτούντος σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3, οι αρχές που διέταξαν την κράτηση, με αιτιολογημένη απόφασή τους, αφήνουν ελεύθερο τον αιτούντα και ενημερώνουν αμελλητί τις Αρχές Εξέτασης ή Απόφασης.

Άρθρο 13
(Άρθρα 19 και 20 Οδηγίας)
Παραίτηση από την αίτηση
1. Ο αιτών δύναται να παραιτηθεί από την αίτησή του καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, εφόσον υποβάλει σχετική δήλωση εγγράφως ενώπιον των αρμόδιων αρχών εξέτασης και παραδώσει το δελτίο αιτούντος διεθνή προστασία. Για τη βεβαίωση της παραίτησης συντάσσεται σχετικό πρακτικό παραίτησης παρουσία διερμηνέα, ο οποίος επιβεβαιώνει το ακριβές περιεχόμενο αυτού, ενώ ο αιτών ενημερώνεται για τις συνέπειες της πράξης αυτής, ότι οφείλει να εγκαταλείψει τη χώρα, εφόσον δεν είναι κάτοχος τίτλου διαμονής, και παραλαμβάνει αντίγραφο του πρακτικού παραίτησης. Όταν η παραίτηση υποβάλλεται πριν την ολοκλήρωση της εξέτασης της αίτησης σε α’ βαθμό, η Αποφαινόμενη Αρχή θέτει την αίτηση στο αρχείο. Όταν η παραίτηση υποβάλλεται ενόσω εκκρεμεί η εξέταση προσφυγής κατά απορριπτικής απόφασης σε α’ βαθμό, ο Διευθυντής της Αρχής Προσφυγών θέτει την υπόθεση στο αρχείο. Η σχετική πράξη έχει βεβαιωτικό χαρακτήρα και δεν επιδίδεται στον αιτούντα.
2. Όταν υπάρχει εύλογη αιτία να θεωρείται ότι ο αιτών έχει σιωπηρά ανακαλέσει την αίτησή του χωρίς να έχει εκδοθεί απόφαση σε α΄ βαθμό, η Αποφαινόμενη Αρχή διακόπτει την εξέταση της αίτησης με σχετική πράξη της και θέτει την υπόθεση στο αρχείο. Εφόσον έχει ήδη υποβληθεί προσφυγή κατά απορριπτικής απόφασης σε α΄ βαθμό και υπάρχει εύλογη αιτία να θεωρείται ότι ο προσφεύγων την έχει σιωπηρά ανακαλέσει, η Επιτροπή Προσφυγών απορρίπτει την προσφυγή για τους τυπικούς λόγους οι οποίοι περιγράφονται στην παρ. 3 λόγω σιωπηρής ανάκλησης. Οι ως άνω αποφάσεις αποστέλλονται στην τελευταία δηλωθείσα διεύθυνση του αιτούντος με επιστολή.
3. Σιωπηρή ανάκληση θεωρείται ότι υπάρχει όταν διαπιστώνεται ότι ο αιτών:
α. δεν ανταποκρίθηκε σε αιτήματα για παροχή πληροφοριών με ουσιώδη σημασία για την αίτησή του κατά το άρθρο 4 του π.δ. 96/2008 ή
β. δεν παρέστη στην προσωπική συνέντευξη, όπως προβλέπεται στο άρθρο 17 παρότι εκλήθη νόμιμα και χωρίς να προβάλει βάσιμους λόγους για τη μη παρουσία του ή
γ. διέφυγε από το χώρο όπου βρισκόταν υπό κράτηση ή δεν συμμορφώθηκε με τα επιβληθέντα εναλλακτικά μέτρα ή
δ. αναχώρησε από το χώρο όπου διέμενε, χωρίς να ζητήσει άδεια ή να ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές εφόσον είχε προς τούτο υποχρέωση ή εγκατέλειψε τη χώρα χωρίς να λάβει άδεια από τις Αρμόδιες Αρχές Εξέτασης, ή
ε. δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις αναφοράς του άρθρου 9 παρ. 1 περίπτ. γ΄, ή άλλη υποχρέωση επικοινωνίας, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την ημέρα που η Υπηρεσία Ασύλου ή η Αρχή Προσφυγών του ζήτησε να επικοινωνήσει μαζί τους ή να παρουσιαστεί ενώπιον τους, ή
στ. δεν εμφανίστηκε για να ανανεώσει το δελτίο κατά την επόμενη εργάσιμη ημέρα μετά τη λήξη του.
4. Αιτών για τον οποίο έχει εκδοθεί απόφαση διακοπής εξέτασης της αίτησης λόγω σιωπηρής ανάκλησης, έχει δικαίωμα να ζητήσει από την αρχή που έλαβε την απόφαση τη συνέχιση της εξέτασης αυτής, προβάλλοντας τους λόγους για τους οποίους δεν συντρέχει σιωπηρή ανάκληση της αίτησής ή προσφυγής του. Μέχρι την τελεσίδικη κρίση της ως άνω αίτησης, ο αιτών δεν απελαύνεται από τη χώρα ούτε εκτελείται απόφαση επιστροφής.
5. Στις περιπτώσεις μεταφοράς αιτούντων στη χώρα, στο πλαίσιο εφαρμογής του Κανονισμού 343/2003 του Συμβουλίου, οι εκδοθείσες πράξεις απόρριψης ή διακοπής βάσει της παρ. 2 ανακαλούνται αυτοδικαίως και η διαδικασία εξέτασης της αίτησης συνεχίζεται.

Άρθρο 14
(Άρθρο 21 Οδηγίας)
Ο ρόλος της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες.
1. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται επί των αιτήσεων διεθνούς προστασίας σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, καθώς και οι αποφάσεις με τις οποίες ανακαλείται ή ακυρώνεται το καθεστώς του πρόσφυγα ή του δικαιούχου επικουρικής προστασίας, κοινοποιούνται στο Γραφείο της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες στην Ελλάδα.
2. Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες:
α. Δύναται να εκθέτει τις απόψεις της ή να παρέχει συμπληρωματικές πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές παραλαβής και εξέτασης.
β. Έχει πρόσβαση στις πληροφορίες για τις ατομικές αιτήσεις διεθνούς προστασίας, για την πρόοδο της διαδικασίας και τις αποφάσεις που λαμβάνονται, υπό την προϋπόθεση ότι ο αιτών συμφωνεί σχετικά.
γ. Έχει πρόσβαση, δια των εκπροσώπων της, στις Περιφερειακές Υπηρεσίες Πρώτης Υποδοχής, σε χώρους κράτησης και σωφρονιστικά ιδρύματα, καθώς επίσης και σε ζώνες διέλευσης αερολιμένων ή λιμένων, όπου κρατούνται ή διαμένουν αιτούντες ή χρήζοντες διεθνούς προστασίας. Για τη διασφάλιση του απορρήτου της επικοινωνίας των αιτούντων με τους ανωτέρω εκπροσώπους, διατίθεται κατάλληλος χώρος από την αρμόδια αρχή που δέχεται την αίτηση ή στην οποία κρατούνται.
δ. Παρουσιάζει τις απόψεις της κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων της, βάσει του άρθρου 35 της Σύμβασης της Γενεύης, ενώπιον των αρμοδίων αρχών, σχετικά με τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας.
3. Στην Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες παρέχονται τα στατιστικά δεδομένα που επιτρέπουν την αποτελεσματική εκπλήρωση του έργου της, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 35 της Σύμβασης της Γενεύης.
4. Στο πλαίσιο της λειτουργίας της Υπηρεσίας Ασύλου η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες δύναται να παρακολουθεί συνεντεύξεις αιτούντων διεθνή προστασία, να υποβάλλει γνωμοδοτήσεις προκειμένου να συνδράμει την Υπηρεσία Ασύλου στην άσκηση της αρμοδιότητάς της και να παρακολουθεί την ποιότητα της διαδικασίας ασύλου σε όλα τα στάδια εξέτασης. Λεπτομέρειες της ως άνω συνεργασίας και συνδρομής ρυθμίζονται με Μνημόνια Συνεργασίας που συνάπτει ο Διευθυντής της Υπηρεσίας Ασύλου με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες.

Άρθρο 15
(Άρθρο 22 Οδηγίας)
Τήρηση εμπιστευτικότητας
Για το σκοπό της εξέτασης αιτήσεων διεθνούς προστασίας, όλες οι αρμόδιες αρχές οφείλουν:
α. Να μην αποκαλύπτουν τις πληροφορίες που αφορούν ατομικές αιτήσεις ή το γεγονός ότι έχει υποβληθεί αίτηση στους φερόμενους ως διώκτες του αιτούντος.
β. Να μην ζητούν πληροφορίες από τους φερόμενους ως διώκτες του αιτούντος κατά τρόπο που θα είχε ως αποτέλεσμα να αποκαλυφθεί άμεσα ή έμμεσα το γεγονός ότι ο αιτών έχει υποβάλει αίτηση και θα έθετε σε κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητά του και των εξαρτώμενων από αυτόν προσώπων ή την ελευθερία και την ασφάλεια των μελών της οικογένειάς του που εξακολουθούν να ζουν στη χώρα καταγωγής.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΣΕ ΠΡΩΤΟ ΒΑΘΜΟ

Άρθρο 16
(Άρθρο 23 Οδηγίας)
Διαδικασία εξέτασης
1. Οι Αρμόδιες Αρχές Εξέτασης εξετάζουν τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με τις βασικές αρχές και εγγυήσεις του Κεφαλαίου Β΄ με την κανονική ή με την ταχύρρυθμη διαδικασία. Η υπαγωγή μίας αίτησης στην ταχύρρυθμη διαδικασία αιτιολογείται από τον χειριστή ειδικά βάσει των διατάξεων της παρ. 4 και δεν ασκεί επιρροή στην κρίση επί της ουσίας της αίτησης διεθνούς προστασίας. Η ταχύρρυθμη διαδικασία δεν διαφοροποιείται από την κανονική κατά την εξέταση της αίτησης σε πρώτο βαθμό αλλά μόνο κατά την εξέταση τυχόν προσφυγής.
2. Η εξέταση των αιτήσεων ολοκληρώνεται το ταχύτερο δυνατό και σε κάθε περίπτωση εντός έξι μηνών στις περιπτώσεις εφαρμογής της κανονικής διαδικασίας ή τριών στις περιπτώσεις εφαρμογής της ταχύρρυθμης. Στις περιπτώσεις που η εξέταση διαρκεί πέραν του ανώτατου κατά περίπτωση χρονικού ορίου, ο αιτών έχει δικαίωμα να ζητά πληροφορίες από τις Αρμόδιες Αρχές Εξέτασης για το χρόνο κατά τον οποίο αναμένεται η απόφαση επί της αίτησης. Η ενημέρωση αυτή δε θεμελιώνει υποχρέωση των ανωτέρω αρχών να λάβουν απόφαση εντός συγκεκριμένης προθεσμίας.
3. Οι Αρμόδιες Αρχές Εξέτασης δύνανται να εξετάζουν κατά προτεραιότητα αιτήσεις διεθνούς προστασίας οι οποίες αφορούν:
α. άτομα που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες, ή
β. άτομα που υποβάλλουν αίτηση ενόσω κρατούνται, υποβάλλουν αίτηση βάσει του άρθρου 24 ευρισκόμενα σε ζώνες διέλευσης λιμένων ή αερολιμένων της χώρας ή παραμένουν εντός Περιφερειακών Υπηρεσιών Πρώτης Υποδοχής, ή
γ. άτομα που ενδέχεται να υπαχθούν στις διαδικασίες του Κανονισμού 343/2003, ή
δ. άτομα των οποίων οι αιτήσεις εύλογα πιθανολογείται ότι είναι βάσιμες, ή
ε. άτομα των οποίων οι αιτήσεις χαρακτηρίζονται ως προδήλως αβάσιμες, ή
στ. άτομα για τα οποία η Ελληνική Αστυνομία με αιτιολογημένο έγγραφό της αναφέρει ότι συνιστούν κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη της χώρας, ή
ζ. άτομα τα οποία υποβάλλουν μεταγενέστερες αιτήσεις διεθνούς προστασίας κατά το στάδιο του παραδεκτού.
4. Οι Αρμόδιες Αρχές Εξέτασης εξετάζουν μία αίτηση με την ταχύρρυθμη διαδικασία, όταν:
α. ο αιτών προέρχεται από ασφαλή χώρα καταγωγής σύμφωνα με το άρθρο 21 ή
β. η αίτηση είναι προδήλως αβάσιμη. Ως προδήλως αβάσιμη χαρακτηρίζεται μία αίτηση όταν ο αιτών, κατά την υποβολή της αίτησης και τη διεξαγωγή της συνέντευξης, κάνει επίκληση λόγων που προδήλως δεν συνάδουν με την ιδιότητα του πρόσφυγα ή του δικαιούχου επικουρικής προστασίας ή
γ. ο αιτών έχει παρουσιάσει ασυνεπείς, αντιφατικές, απίθανες ή μη τεκμηριωμένες πληροφορίες που καθιστούν σαφώς μη πειστική τη δήλωσή του ότι αποτέλεσε θύμα διώξεων δυνάμει του π.δ. 96/2008 ή
δ. ο αιτών παραπλάνησε τις Αρχές Εξέτασης με την παρουσίαση ψευδών πληροφοριών ή εγγράφων ή με την απόκρυψη σχετικών πληροφοριών ή εγγράφων όσον αφορά την ταυτότητα ή/και την εθνικότητά του, που μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά την απόφαση, ή
ε. ο αιτών υπέβαλε άλλη αίτηση διεθνούς προστασίας στην οποία δηλώνει άλλα προσωπικά δεδομένα, ή
στ. ο αιτών δεν έχει παράσχει πληροφορίες ώστε να αποδειχθεί με εύλογο βαθμό βεβαιότητας η ταυτότητα ή η εθνικότητά του ή είναι πιθανόν ότι έχει καταστρέψει ή πετάξει κακόπιστα έγγραφο ταυτότητας ή ταξιδιωτικό έγγραφο που θα βοηθούσε στον προσδιορισμό της ταυτότητας ή της εθνικότητάς του, ή
ζ. ο αιτών έχει υποβάλει την αίτηση μόνο για να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την εκτέλεση προγενέστερης ή επικείμενης απόφασης απέλασης ή με άλλο τρόπο απομάκρυνσής του, ή
η. ο αιτών παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 9 ή
θ. ο αιτών αρνείται να συμμορφωθεί με την υποχρέωση να υποβληθεί σε λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία, ή
ι. η αίτηση υποβλήθηκε από άγαμο ανήλικο για τον οποίο είχε ήδη υποβληθεί αίτηση από τους γονείς ή τον γονέα του, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 παράγραφο 2, η οποία απορρίφθηκε, και ο αιτών δεν επικαλείται νέα κρίσιμα στοιχεία σχετικά με την προσωπική του κατάσταση ή την κατάσταση στη χώρα καταγωγής του.

Άρθρο 17
(Άρθρα 12, 13 και 14 Οδηγίας)
Προσωπική συνέντευξη
1. Πριν τη λήψη απόφασης, η αρμόδια αρχή εξέτασης διενεργεί προσωπική συνέντευξη του αιτούντος, ο οποίος καλείται με πρόσκληση κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 7. Η συνέντευξη διενεργείται από υπάλληλο της αρμόδιας αρχής εξέτασης (χειριστή), ο οποίος διαθέτει τα κατάλληλα προσόντα και λαμβάνει την απόφαση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας. Ο εσωτερικός κανονισμός της Υπηρεσίας Ασύλου ορίζει τη διαδικασία ορισμού του αρμόδιου χειριστή από τον προϊστάμενο του κάθε Περιφερειακού Γραφείου. Η συνέντευξη διενεργείται με τη συνδρομή διερμηνέα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 8 παρ. 1 περίπτ. β΄, ικανού να εξασφαλίσει την αναγκαία επικοινωνία, προκειμένου ο ενδιαφερόμενος να επιβεβαιώσει όσα αναφέρει στην αίτησή του και να δώσει εξηγήσεις, ιδίως σε ό, τι αφορά την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, συμπεριλαμβανομένου του ιστορικού των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, προηγούμενες αιτήσεις διεθνούς προστασίας, τα δρομολόγια που ακολούθησε για να εισέλθει στο ελληνικό έδαφος, τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους που τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του ή προηγούμενης συνήθους διαμονής του, όταν πρόκειται για ανιθαγενή, ζητώντας προστασία καθώς και τους λόγους για τους οποίους δεν μπορεί ή δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν. Πριν από τη συνέντευξη χορηγείται στον αιτούντα, εφόσον το επιθυμεί, εύλογος χρόνος προκειμένου να προετοιμασθεί κατάλληλα και να συμβουλευθεί νομικό ή άλλο σύμβουλο για να τον επικουρεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Ο εύλογος χρόνος καθορίζεται από την αρμόδια αρχή εξέτασης και δεν δύναται, περιλαμβανομένων και των τυχόν παρατάσεων, να υπερβεί τις επτά (7) ημέρες ή τις τρεις (3) ημέρες όταν πραγματοποιείται συνέντευξη βάσει του άρθρου 24 ή όταν αφορά αιτούντα που βρίσκεται σε Περιφερειακή Υπηρεσία Πρώτης Υποδοχής. Όταν η συνέντευξη αφορά γυναίκα, λαμβάνεται ειδική μέριμνα, ώστε να διεξάγεται από ειδικευμένη γυναίκα υπάλληλο, παρουσία γυναίκας διερμηνέα. Σε περίπτωση που τούτο δεν καθίσταται δυνατό, γίνεται σχετική μνεία των λόγων στην έκθεση. Για κάθε ενήλικο μέλος της οικογένειας διεξάγεται ξεχωριστή προσωπική συνέντευξη. Για τους ανήλικους, διεξάγεται προσωπική συνέντευξη λαμβανομένης υπόψη της ωριμότητάς τους και των ψυχολογικών συνεπειών των τραυματικών βιωμάτων τους.
2. Η προσωπική συνέντευξη μπορεί να παραλειφθεί όταν η Αποφαινόμενη Αρχή κρίνει ότι, με βάση τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία, δύναται να αναγνωρίσει τον αιτούντα ως πρόσφυγα ή δικαιούχο επικουρικής προστασίας ή όταν δεν είναι αντικειμενικά δυνατή, ιδίως όταν ο αιτών δεν είναι σε θέση ή δεν μπορεί για λόγους που οφείλονται σε μόνιμες καταστάσεις ανεξάρτητες από τη θέλησή του να συμμετάσχει στη συνέντευξη. Η αδυναμία αυτή πιστοποιείται με σχετική βεβαίωση ιατρού ανάλογης ειδικότητας.
3. Όταν στον αιτούντα ή στο μέλος της οικογένειας του δεν παρέχεται η ευκαιρία προσωπικής συνέντευξης σύμφωνα με την παρ. 2, η Αποφαινόμενη Αρχή καταβάλλει εύλογες προσπάθειες ώστε να τους δίνεται η δυνατότητα να υποβάλουν συμπληρωματικά στοιχεία.
4. Η παράλειψη προσωπικής συνέντευξης κατά τις προηγούμενες παραγράφους δεν επιδρά δυσμενώς στην απόφαση της Αποφαινόμενης Αρχής, ούτε εμποδίζει την Αποφαινόμενη Αρχή να λαμβάνει απόφαση επί της αίτησης. Σε περίπτωση παράλειψης της συνέντευξης, η Αποφαινόμενη Αρχή στην απόφασή της περιλαμβάνει αιτιολογία αυτής της παράλειψης.
5. Η προσωπική συνέντευξη διεξάγεται χωρίς την παρουσία των μελών της οικογένειας του αιτούντος, εκτός εάν ο χειριστής κρίνει ότι η παρουσία τους είναι απαραίτητη.
6. Η προσωπική συνέντευξη διεξάγεται υπό συνθήκες που εξασφαλίζουν την απαιτούμενη εμπιστευτικότητα.
7. Κατά την προσωπική συνέντευξη λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα που εξασφαλίζουν τη διεξαγωγή της σε συνθήκες που επιτρέπουν στον αιτούντα να παρουσιάσει διεξοδικά τους λόγους της αίτησής του. Για το σκοπό αυτό:
α. O κάθε χειριστής διαθέτει τα κατάλληλα προσόντα για να συνεκτιμήσει τις προσωπικές ή γενικές συνθήκες που αφορούν την αίτηση, συμπεριλαμβανομένων των πολιτισμικών καταβολών του αιτούντα. Ειδικότερα, οι χειριστές επιμορφώνονται για τις ειδικές ανάγκες των γυναικών, των παιδιών και των θυμάτων βίας και βασανιστηρίων.
β. Ο διερμηνέας που επιλέγεται είναι ικανός να εξασφαλίσει την αναγκαία επικοινωνία σε γλώσσα που κατανοεί ο αιτών.
8. Για κάθε προσωπική συνέντευξη συντάσσεται έκθεση στην οποία περιλαμβάνονται οι βασικοί ισχυρισμοί του αιτούντος διεθνή προστασία και όλα τα ουσιώδη στοιχεία αυτής. Η συνέντευξη δύναται να καταγράφεται ηχητικά. Η ηχητική καταγραφή συνοδεύει την έκθεση και αποθηκεύεται με μέριμνα της Αποφαινόμενης Αρχής. Συνεντεύξεις που πραγματοποιούνται με τηλεδιάσκεψη καταγράφονται ηχητικά υποχρεωτικά.
9. Εφόσον δεν είναι δυνατή η ηχητική καταγραφή, η έκθεση περιλαμβάνει πλήρες πρακτικό της συνέντευξης. Ο αιτών καλείται να βεβαιώσει την ακρίβεια του περιεχομένου του πρακτικού, υπογράφοντας με τη συνδρομή του διερμηνέα που επίσης υπογράφει, εφόσον παρίσταται. Όταν ο αιτών αρνείται να επιβεβαιώσει το περιεχόμενο του πρακτικού οι λόγοι άρνησης καταχωρίζονται στην έκθεση. Η άρνηση του αιτούντος να βεβαιώσει το περιεχόμενο του πρακτικού δεν εμποδίζει την Αποφαινόμενη Αρχή να λάβει απόφαση επί της αίτησής του.
10. Ο αιτών δικαιούται να λαμβάνει οποτεδήποτε αντίγραφο του πρακτικού ή της έκθεσης και της ηχητικής καταγραφής που συντάσσεται στο πλαίσιο της προσωπικής συνέντευξης.
11. Αν υπάρξουν ενδείξεις στο πλαίσιο της συνέντευξης ότι ο αιτών υπήρξε θύμα βασανιστηρίων, παραπέμπεται σε εξειδικευμένο για το σκοπό αυτό ιατρικό κέντρο ή φορέα της κοινωνίας των πολιτών ή σε ιατρό ή ψυχολόγο δημοσίου νοσηλευτικού ιδρύματος, προκειμένου να γνωματεύσει για την ύπαρξη ή μη κακώσεων ή ενδείξεων βασανιστηρίων.
12. Οι προαναφερόμενες εγγυήσεις τηρούνται και κατά τη διαδικασία εξέτασης των προσφυγών καθώς και σε κάθε συμπληρωματική εξέταση.
13. Ο εσωτερικός κανονισμός της Υπηρεσίας Ασύλου δύναται να ορίζει λεπτομερέστερα τις τεχνικές διαδικασίες της διεξαγωγής και της ηχητικής καταγραφής της συνέντευξης και τηλεδιάσκεψης.

Άρθρο 18
(Άρθρο 25 Οδηγίας)
Απαράδεκτες αιτήσεις
Η Αποφαινόμενη Αρχή απορρίπτει ως απαράδεκτη, με σχετική πράξη της, αίτηση διεθνούς προστασίας, εφόσον:
α. άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. έχει χορηγήσει στον αιτούντα καθεστώς διεθνούς προστασίας ή
β. άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. ή άλλο κράτος που δεσμεύεται από τον Κανονισμό 343/2003 του Συμβουλίου έχει αναλάβει την ευθύνη εξέτασης της σχετικής αίτησης, κατ’ εφαρμογή του Κανονισμού αυτού ή
γ. ο αιτών απολαμβάνει επαρκούς προστασίας από χώρα που δεν είναι κράτος μέλος της Ε.Ε. και θεωρείται ως πρώτη χώρα ασύλου για αυτόν, σύμφωνα με το άρθρο 19 ή
δ. οι Αρμόδιες Αρχές Εξέτασης κρίνουν ότι μία χώρα συνιστά ασφαλή τρίτη χώρα για τον αιτούντα, σύμφωνα με το άρθρο 20 ή
ε. H αίτηση αποτελεί μεταγενέστερη αίτηση του αιτούντος και η προκαταρκτική εξέταση, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 2, δεν κατέδειξε την ύπαρξη νέων ουσιωδών στοιχείων ή
στ. μέλος της οικογένειας του αιτούντος υποβάλλει ξεχωριστή αίτηση, παρότι το πρόσωπο αυτό έχει ήδη συναινέσει, σύμφωνα με το άρθρο 4, να συμπεριληφθεί η περίπτωσή του ως τμήμα αίτησης υποβαλλόμενης για λογαριασμό του και δεν υπάρχουν στοιχεία τα οποία να δικαιολογούν την υποβολή χωριστής αίτησης.

Άρθρο 19
(Άρθρο 26 Οδηγίας)
Πρώτη χώρα ασύλου
1. Μία χώρα θεωρείται ως πρώτη χώρα ασύλου για τον αιτούντα με την προϋπόθεση ότι θα γίνει εκ νέου δεκτός στη χώρα αυτή, εάν αυτός έχει αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας από τη χώρα αυτή και απολαμβάνει ακόμη της σχετικής προστασίας, ή απολαμβάνει άλλης αποτελεσματικής προστασίας στην εν λόγω χώρα, επωφελούμενος μεταξύ άλλων από την αρχή της μη επαναπροώθησης.
2. Για την εφαρμογή της έννοιας της πρώτης χώρας ασύλου στον συγκεκριμένο αιτούντα, λαμβάνεται υπόψη η παρ. 1 του άρθρου 20.

Άρθρο 20
(Άρθρο 27 Οδηγίας)
Ασφαλείς τρίτες χώρες
1. Μια χώρα θεωρείται ως ασφαλής τρίτη χώρα για ένα συγκεκριμένο αιτούντα, όταν πληρούνται σωρευτικά τα εξής κριτήρια:
α. δεν απειλούνται η ζωή και η ελευθερία του λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, ή πολιτικών πεποιθήσεων,
β. η χώρα αυτή τηρεί την αρχή της μη επαναπροώθησης, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης,
γ. δεν υπάρχει κίνδυνος σοβαρής βλάβης για τον αιτούντα κατά το άρθρο 15 του π.δ. 96/2008,
δ. η χώρα αυτή απαγορεύει την απομάκρυνση ενός αιτούντος σε χώρα όπου αυτός κινδυνεύει να υποστεί βασανιστήρια ή σκληρή, απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, όπως ορίζεται στο διεθνές δίκαιο,
ε. υπάρχει η δυνατότητα να ζητηθεί το καθεστώς του πρόσφυγα και, στην περίπτωση που ο αιτών αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας, να του χορηγηθεί προστασία σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης και
στ. ο αιτών έχει σύνδεσμο με την εν λόγω τρίτη χώρα, βάσει του οποίου θα ήταν εύλογο για αυτόν να μεταβεί σε αυτή.
2. Η συνδρομή των ως άνω κριτηρίων εξετάζεται ανά περίπτωση και για κάθε αιτούντα ξεχωριστά. Σε περίπτωση έκδοσης απόφασης που βασίζεται αποκλειστικά στο παρόν άρθρο, οι Αρμόδιες Αρχές Εξέτασης ενημερώνουν σχετικά τον αιτούντα και του χορηγούν έγγραφο με το οποίο ενημερώνονται οι αρχές της εν λόγω τρίτης χώρας ότι η αίτηση δεν έχει εξετασθεί επί της ουσίας.
3. Όταν η ως άνω τρίτη χώρα δεν επιτρέπει στον αιτούντα να εισέλθει στο έδαφός της, η αίτησή του εξετάζεται επί της ουσίας από τις Αρμόδιες Αρχές Εξέτασης.

Άρθρο 21
(Άρθρα 30 και 31 Οδηγίας)
Ασφαλείς χώρες καταγωγής
1. Ασφαλείς χώρες καταγωγής είναι:
α. Όσες περιλαμβάνονται στον κοινό κατάλογο ασφαλών χωρών καταγωγής του Συμβουλίου Ε.Ε.
β. Οι τρίτες χώρες, πέραν εκείνων της περίπτωσης (α), οι οποίες περιλαμβάνονται στον εθνικό κατάλογο ασφαλών χωρών καταγωγής, που καταρτίζει και τηρεί για την εξέταση αιτήσεων διεθνούς προστασίας το Τμήμα Διεθνούς Συνεργασίας και Τεκμηρίωσης της Κεντρικής Αρχής μετά από αξιολόγηση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παρ. 3 και 4. Για την αξιολόγηση αυτή λαμβάνονται υπόψη σχετικές πληροφορίες από άλλα κράτη και διεθνείς οργανισμούς, όπως η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες και το Συμβούλιο της Ευρώπης. Η αξιολόγηση αυτή επαναλαμβάνεται περιοδικά λαμβάνοντας υπόψη τις αλλαγές της κατάστασης σε κάθε χώρα. Ο εθνικός κατάλογος χωρών καταγωγής κοινοποιείται από την Κεντρική Aρχή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
2. Μία τρίτη χώρα μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ασφαλής χώρα καταγωγής για τον αιτούντα, μόνον εφόσον μετά την εξέταση της αίτησης αποδειχθεί ότι ο αιτών:
α. έχει την ιθαγένεια αυτής της χώρας ή είναι ανιθαγενής και είχε την προηγούμενη συνήθη διαμονή του στη χώρα αυτή και
β. δεν επικαλείται σοβαρούς λόγους για να θεωρηθεί ότι η χώρα δεν είναι ασφαλής χώρα καταγωγής για τον ίδιο, όσον αφορά την αναγνώρισή του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας κατά τις κείμενες διατάξεις.
3. Μια χώρα θεωρείται ως ασφαλής χώρα καταγωγής αν, με βάση την ισχύουσα νομοθεσία και την εφαρμογή του δικαίου στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού πολιτεύματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών, καταδεικνύεται σαφώς ότι τα άτομα στις συγκεκριμένες τρίτες χώρες δεν υφίστανται δίωξη, γενικά και μόνιμα, όπως ορίζεται στο άρθρο 9 του π.δ. 96/2008, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή που προκύπτει από τη χρήση γενικευμένης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.
4. Για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου λαμβάνεται μεταξύ άλλων υπόψη ο βαθμός στον οποίο παρέχεται προστασία κατά της δίωξης ή της κακομεταχείρισης μέσω:
α. των σχετικών νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων της χώρας και του τρόπου εφαρμογής τους,
β. της τήρησης των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που προβλέπονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ - ν.δ. 53/1974, Α΄ 256), στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ν. 2462/1997, Α΄ 25), ιδίως δε των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση δυνάμει του άρθρου 15 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, και στη Σύμβαση κατά των βασανιστηρίων και άλλων τρόπων σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας (ν. 1782/1988, Α΄ 116).
γ. της τήρησης της αρχής της μη επαναπροώθησης σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης.
δ. της πρόβλεψης μηχανισμού αποτελεσματικής προσφυγής κατά των παραβιάσεων των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών.

Άρθρο 22
(Άρθρο 28 Οδηγίας)
Αβάσιμες αιτήσεις
1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 13, η αρμόδια αρχή απόφασης απορρίπτει ως αβάσιμη την αίτηση, εφόσον θεμελιώσει ότι ο αιτών δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηρισθεί ως πρόσφυγας ή δικαιούχος επικουρικής προστασίας, κατά τις κείμενες διατάξεις.
2. Η απόφαση επιδίδεται στον αιτούντα σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7 και αφαιρείται το χορηγηθέν δελτίο.

Άρθρο 23
(Άρθρα 32 και 34 παρ. 1 Οδηγίας)
Μεταγενέστερες αιτήσεις
1. Αιτών διεθνή προστασία που υποβάλλει μεταγενέστερη αίτηση οφείλει να προσκομίσει και την τελεσίδικη απόφαση επί της προγενέστερης αίτησης του. Οι Αρμόδιες Αρχές Εξέτασης εξετάζουν τα στοιχεία της μεταγενέστερης αίτησης, σε συνδυασμό με τα στοιχεία της αρχικής αίτησης ή/και της προσφυγής.
2. Η μεταγενέστερη αίτηση εξετάζεται κατ’ αρχάς σε προκαταρκτικό στάδιο κατά το οποίο ερευνάται εάν έχουν προκύψει ή έχουν υποβληθεί από τον αιτούντα νέα ουσιώδη στοιχεία. Κατά το στάδιο αυτό ο αιτών υποβάλλει γραπτώς στις Αρμόδιες Αρχές Εξέτασης τα τυχόν νέα στοιχεία που προσκομίζει χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
3. Οι Αρμόδιες Αρχές Εξέτασης διασφαλίζουν στους αιτούντες, των οποίων η αίτηση εξετάζεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο, ότι απολαμβάνουν των εγγυήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 8 παρ. 1 περιπτ. α΄, β΄, γ΄ και ε΄. Μέχρι την έκδοση οριστικής κατά το προκαταρκτικό στάδιο απόφασης, αναστέλλεται η εκτέλεση κάθε μέτρου επιστροφής ή απομάκρυνσης που υφίσταται σε βάρος των αιτούντων.
4. Εάν κατά την προκαταρκτική εξέταση που αναφέρεται στην παρ. 2 προκύψουν ή υποβληθούν από τον αιτούντα νέα ουσιώδη στοιχεία τα οποία επηρεάζουν την κρίση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας, η αίτηση κρίνεται παραδεκτή, εξετάζεται περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και του χορηγείται δελτίο. Σε αντίθετη περίπτωση η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
5. Η διαδικασία του παρόντος άρθρου μπορεί να εφαρμόζεται επίσης και στην περίπτωση μέλους της οικογένειας του αιτούντος, το οποίο υποβάλλει αίτηση αφού έχει συναινέσει, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2, να αποτελέσει η περίπτωσή του τμήμα αίτησης, η οποία υποβάλλεται για λογαριασμό του. Σε αυτή την περίπτωση, η προκαταρκτική εξέταση, που αναφέρεται στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου, αφορά την ενδεχόμενη ύπαρξη στοιχείων που να δικαιολογούν την υποβολή χωριστής αίτησης εκ μέρους του εξαρτωμένου προσώπου.
6. Αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται χωρίς να έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί προγενέστερης αίτησης του ίδιου αιτούντα θεωρείται ως συμπληρωματικό στοιχείο της αρχικής και δεν υπάγεται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
7. Η εκ νέου υποβολή όμοιας μεταγενέστερης αίτησης εξετάζεται από την Αποφαινόμενη Αρχή και τίθεται στο αρχείο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας.

Άρθρο 24
(Άρθρο 35 Οδηγίας)
Διαδικασίες στα σύνορα
1. Στις περιπτώσεις που υποβάλλονται αιτήσεις διεθνούς προστασίας στις ζώνες διέλευσης λιμένων ή αερολιμένων της χώρας, οι αιτούντες απολαμβάνουν των δικαιωμάτων και των εγγυήσεων των διατάξεων των άρθρων 8, 10 και 11.
2. Αν δεν ληφθεί απόφαση εντός είκοσι οκτώ ημερών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, επιτρέπεται στον αιτούντα η είσοδος στο έδαφος της χώρας, προκειμένου να εξετασθεί η αίτησή του σύμφωνα με τις λοιπές διατάξεις.
3. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 12, στις περιπτώσεις του παρόντος άρθρου, που απορρίπτεται αίτηση διεθνούς προστασίας και εκδίδεται απόφαση απέλασης, επιστροφής ή επανεισδοχής, η εκτέλεση της οποίας αναστέλλεται λόγω άσκησης ενδίκων μέσων, επιτρέπεται η άνευ διαβατηριακών διατυπώσεων είσοδος του αιτούντος στη χώρα μέχρι την έκδοση απόφασης επί του ένδικου μέσου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΣΕ ΔΕΥΤΕΡΟ ΒΑΘΜΟ

Άρθρο 25
Δικαίωμα άσκησης προσφυγής
1. Ο αιτών δικαιούται να ασκήσει ενδικοφανή προσφυγή (άρθρο 5 παρ. 5 ν. 3907/2011) ενώπιον της Αρχής Προσφυγών του άρθρου 3 του ν. 3907/2011:
α. Κατά της απόφασης που απορρίπτει αίτηση διεθνούς προστασίας ως αβάσιμη με την κανονική διαδικασία ή ανακαλεί το καθεστώς αυτό, εντός τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της εν λόγω απόφασης. Η ίδια προθεσμία ισχύει σε περίπτωση που χορηγείται στον αιτούντα καθεστώς επικουρικής προστασίας εφόσον ο αιτών ισχυρίζεται ότι δικαιούται καθεστώς πρόσφυγα.
β. Κατά της απόφασης που απορρίπτει αίτηση διεθνούς προστασίας με την ταχύρρυθμη διαδικασία ή ως απαράδεκτη κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 16 παρ. 4 και 18 αντίστοιχα, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την επίδοση της εν λόγω απόφασης. Κατά της απόφασης που απορρίπτει αίτηση διεθνούς προστασίας ως απαράδεκτη βάσει του άρθρου 18 περίπτ. β΄ η προσφυγή στρέφεται και κατά της σχετικής πράξης μεταφοράς κατ’ εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του Κανονισμού 343/2003 του Συμβουλίου.
γ. Κατά της απόφασης που απορρίπτει αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται εντός σωφρονιστικών καταστημάτων ή άλλων χώρων διοικητικής κράτησης, εντός δέκα (10) ημερών από την επίδοση της εν λόγω απόφασης.
δ. Κατά της απόφασης που απορρίπτει αίτηση διεθνούς προστασίας στις περιπτώσεις του άρθρου 24 ή που υποβάλλεται εντός εγκαταστάσεων Πρώτης Υποδοχής εντός τριών (3) ημερών από την επίδοση της εν λόγω απόφασης.
2. Κατά το χρόνο που επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής και μέχρι την επίδοση της απόφασης επ’ αυτής, αναστέλλεται κάθε μέτρο απέλασης, επανεισδοχής ή επιστροφής του αιτούντος.
3. Το δελτίο χορηγείται εκ νέου σε περίπτωση άσκησης προσφυγής εντός των ανωτέρω προθεσμιών εφαρμοζομένων ανάλογα των διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 1 περίπτ. δ΄ ως προς την διάρκεια ισχύος.
4. Οι προσφυγές υποβάλλονται ενώπιον των Αρχών Εξέτασης. Οι φάκελοι των αιτούντων παραπέμπονται στην Αρχή Προσφυγών αμελλητί.
5. Προσφυγές που υποβάλλονται εκπρόθεσμα εξετάζονται από τον Διευθυντή της Αρχής Προσφυγών που αποφασίζει επί του παραδεκτού αυτών. Όταν ο Διευθυντής κρίνει την προσφυγή παραδεκτή, το δελτίο αιτούντος χορηγείται εκ νέου και παραπέμπει την προσφυγή σε Επιτροπή Προσφυγών για να εξεταστεί επί της ουσίας. Σε αντίθετη περίπτωση η προσφυγή απορρίπτεται.
Άρθρο 26
Διαδικασία εξέτασης των προσφυγών
1. Κατά την εξέταση των προσφυγών ο Διευθυντής της Αρχής Προσφυγών δύναται να εισάγει για εξέταση κατά προτεραιότητα προσφυγές που έχουν υποβληθεί από άτομα που ανήκουν στις κατηγορίες του άρθρου 16 παρ. 3.
2. Όταν η Αρχή Προσφυγών παραλαμβάνει προσφυγές, ο Διευθυντής αναθέτει τους σχετικούς φακέλους σε εμπειρογνώμονες-εισηγητές και τις κατανέμει ανά Επιτροπή σύμφωνα με τα οριζόμενα στον εσωτερικό κανονισμό της Αρχής. Ο εισηγητής μελετά τον φάκελο, έχει τη δυνατότητα να επικοινωνήσει με τον προσφεύγοντα ή σύμβουλό του για διευκρίνιση ή συμπλήρωση στοιχείων, συντάσσει εισήγηση επί της προσφυγής και την υποβάλλει ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής Προσφυγών.
3. Ο Διευθυντής της Αρχής Προσφυγών μεριμνά για την επαρκή γραμματειακή υποστήριξη των Επιτροπών, την παροχή κατάλληλης διερμηνείας και συντάσσει την ημερήσια διάταξη σύμφωνα με τα οριζόμενα στον νόμο και στον εσωτερικό κανονισμό της Αρχής. Η ημερήσια διάταξη κοινοποιείται στα μέλη των Επιτροπών Προσφυγών έγκαιρα ώστε να έχουν πρόσβαση στους φακέλους των υποθέσεων και σε κάθε περίπτωση τουλάχιστον πέντε (5) εργάσιμες ημέρες πριν την ημέρα εξέτασης της προσφυγής. Η Αρχή Προσφυγών ενημερώνει τον προσφεύγοντα για την ημερομηνία εξέτασης της προσφυγής του. Ο προσφεύγων δύναται να καταθέσει τυχόν συμπληρωματικά στοιχεία το αργότερο 15 ημέρες πριν από την ημερομηνία εξέτασης της προσφυγής του. Στην περίπτωση του άρθρου 25 παρ. 1 περίπτ.γ΄ η ανωτέρω προθεσμία είναι 5 μέρες μετά την άσκηση της προσφυγής.
4. Η διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής Προσφυγών είναι έγγραφη και η εξέταση των προσφυγών διενεργείται με βάση τα στοιχεία του φακέλου. Η Επιτροπή Προσφυγών δύναται να καλέσει τον προσφεύγοντα σε προφορική ακρόαση, κατόπιν σχετικής εισήγησης από τον εισηγητή, όταν γεννώνται αμφιβολίες για την πληρότητα της συνέντευξης του προσφεύγοντος που πραγματοποιήθηκε πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ή ο προσφεύγων υπέβαλε σοβαρά νέα στοιχεία ή η υπόθεση είναι ιδιαίτερα περίπλοκη. Η Επιτροπή Προσφυγών υποχρεούται να καλέσει τον προσφεύγοντα σε προφορική ακρόαση, όταν με την προσφυγή προσβάλλεται απόφαση ανάκλησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Η προφορική ακρόαση αποκλείεται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την αίτηση ως απαράδεκτη ή έχει εκδοθεί κατά την ταχύρρυθμη διαδικασία ή εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 24 του παρόντος.
5. Οι Επιτροπές Προσφυγών που συγκροτούνται και λειτουργούν στην Αρχή Προσφυγών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 3907/2011 και των άρθρων 13 έως 15 του ν. 2690/1999 οι οποίες εφαρμόζονται συμπληρωματικά, εκδίδουν απόφαση επί των προσφυγών του άρθρου 25 εντός τριών (3) μηνών, από την ημερομηνία κατάθεσης της προσφυγής. Οι αποφάσεις συντάσσονται από τον Πρόεδρο και τα μέλη της Επιτροπής και υπογράφονται από αυτούς.
6. Κατά τη διαδικασία εξέτασης της προσφυγής εκ του φακέλου, η Επιτροπή εξετάζει το φάκελο κάθε υπόθεσης και όλα τα στοιχεία που έχει προσκομίσει ο προσφεύγων και αποφαίνεται τελεσίδικα επί της προσφυγής. Κατ’ εξαίρεση, προσφυγές κατά αποφάσεων που απορρίπτονται στον πρώτο βαθμό ως απαράδεκτες και γίνονται δεκτές από την Επιτροπή Προσφυγών αναπέμπονται για κατ’ ουσίαν εξέταση στην αρμόδια αρχή εξέτασης.
7. Κατά τη διαδικασία εξέτασης της προσφυγής με προφορική ακρόαση του προσφεύγοντος, η Αρχή καλεί τον τελευταίο ενώπιον της Επιτροπής. Ο προσφεύγων ενημερώνεται το αργότερο πέντε (5) εργάσιμες ημέρες πριν την ημερομηνία εξέτασής του σε γλώσσα που κατανοεί για τον τόπο και την ημερομηνία εξέτασης της προσφυγής του, καθώς και για το δικαίωμά του, να παραστεί αυτοπροσώπως ή και με τον δικηγόρο ή άλλο σύμβουλό του ενώπιόν της, για να εκθέσει προφορικά, με τη βοήθεια κατάλληλου διερμηνέα, τα επιχειρήματά του και να δώσει τυχόν διευκρινίσεις. Η απουσία του προσφεύγοντος δεν κωλύει την εξέταση της προσφυγής.
8. Η απόφαση επί της προσφυγής επιδίδεται στον αιτούντα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 7.
9. Ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη έχει δικαίωμα άσκησης αίτησης ακύρωσης κατά των αποφάσεων της Επιτροπής Προσφυγών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 27
(Άρθρα 37 και 38 Οδηγίας)
Ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας
1. Όταν προκύπτουν νέα στοιχεία που συνιστούν λόγο επανεξέτασης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, η Αποφαινόμενη Αρχή εξετάζει αν συντρέχει περίπτωση ανάκλησης του καθεστώτος αυτού βάσει των οικείων διατάξεων του π.δ. 96/2008 και λαμβάνεται σχετική απόφαση από τον Προϊστάμενο του κατά τόπο αρμόδιου Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου ειδικά αιτιολογημένη.
2. Στις περιπτώσεις εφαρμογής της παρ. 1, ο ενδιαφερόμενος:
α. ενημερώνεται εγγράφως από την αρμόδια αρχή εξέτασης τουλάχιστον δεκαπέντε εργάσιμες μέρες πριν την επανεξέταση της συνδρομής στο πρόσωπό του των αναγκαίων προϋποθέσεων διεθνούς προστασίας, καθώς και για τους λόγους της επανεξέτασης αυτής.
β. δικαιούται να προβάλλει στο πλαίσιο προσωπικής συνέντευξης ή με γραπτή δήλωσή του στην αρμόδια αρχή εξέτασης, τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι δεν πρέπει να ανακληθεί το χορηγηθέν καθεστώς. Η διαδικασία συνέντευξης πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 17.
3. Η Αποφαινόμενη Αρχή, στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής:
α. ενημερώνεται εγγράφως από το Τμήμα Διεθνούς Συνεργασίας και Τεκμηρίωσης όσον αφορά τη γενική πολιτική, κοινωνική και οικονομική κατάσταση που επικρατεί στις χώρες καταγωγής των ενδιαφερομένων προσώπων και
β. δύναται, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, να συλλέγει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τη συγκεκριμένη περίπτωση προκειμένου να επανεξεταστεί το καθεστώς. Οι πληροφορίες αυτές δεν λαμβάνονται από τους φορείς δίωξης κατά τρόπο που θα είχε ως αποτέλεσμα να πληροφορούνται απευθείας ότι ο ενδιαφερόμενος είναι πρόσφυγας, ή δικαιούχος επικουρικής προστασίας, του οποίου το καθεστώς είναι υπό επανεξέταση, ή να τίθεται σε κίνδυνο η σωματική ακεραιότητα του ενδιαφερόμενου και των προσώπων που εξαρτώνται από αυτόν και η ελευθερία ή η ασφάλεια των μελών της οικογένειάς του που εξακολουθούν να διαμένουν στη χώρα καταγωγής.
4. Η απόφαση ανάκλησης του καθεστώτος επιδίδεται βάσει των διατάξεων του άρθρου 7. Η απόφαση αναφέρει τους πραγματικούς και νομικούς λόγους και παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις δυνατότητες άσκησης προσφυγής κατ’ αυτής ενώπιον της Αρχής Προσφυγών.
5. Οι διατάξεις των παρ. 2, 3 και 5 του άρθρου 10 και του άρθρου 14 εφαρμόζονται και στην ανάκληση του καθεστώτος.
6. Κατά παρέκκλιση των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων, το καθεστώς του δικαιούχου διεθνούς προστασίας παύει αυτοδικαίως αν ο δικαιούχος παραιτηθεί ρητώς από αυτό, με έγγραφή δήλωσή του, η οποία υποβάλλεται αυτοπροσώπως στις αρμόδιες αρχές με τη διαδικασία του άρθρου 13 παρ. 1.

Άρθρο 28
(Άρθρο 39 Οδηγίας)
Ένδικα μέσα
Οι αιτούντες διεθνή προστασία έχουν δικαίωμα άσκησης αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 3 του ν. 3068/2002 (Α΄ 274), όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3900/2010 και όπως ισχύει, κατά των αποφάσεων που λαμβάνονται κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος. Για τη δυνατότητα αυτή, για την προθεσμία καθώς και για το αρμόδιο δικαστήριο γίνεται ρητή αναφορά επί του σώματος της απόφασης.

Άρθρο 29
(Άρθρο 41 Οδηγίας)
Υποχρέωση εχεμύθειας
Το προσωπικό των αρμοδίων Υπηρεσιών που εφαρμόζουν τις διατάξεις του παρόντος, καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο που εμπλέκεται στην εφαρμογή του παρόντος υποχρεούται να τηρεί εχεμύθεια για όλα τα στοιχεία και προσωπικά δεδομένα που περιέρχονται σε γνώση του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ή επ’ ευκαιρία αυτών.

Άρθρο 30
(Άρθρο 42 Οδηγίας)
Υποβολή Εκθέσεων
Η Κεντρική Υπηρεσία Ασύλου αποστέλλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την κατάρτιση της έκθεσης, σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος.







ΜΕΡΟΣ Β΄




ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ π.δ. 131/2006, 80/2006.

Άρθρο 31
Τροποποίηση π.δ. 131/2006
1. Η παρ. 7 του άρθρου 2 του π.δ. 131/2006 (Α΄ 143), όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του π.δ. 167/2008 (Α΄ 223) αντικαθίσταται ως εξής:
«7. Αρμόδιες αρχές παραλαβής και εξέτασης αίτησης οικογενειακής επανένωσης πρόσφυγα» είναι τα Περιφερειακά Γραφεία Ασύλου καθώς και τα αυτοτελή κλιμάκια των Περιφερειακών Γραφείων Ασύλου».
2. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 12 του π.δ. 131/2006 (Α΄ 143), όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 3 του π.δ. 167/2008 (Α΄ 223) αντικαθίσταται ως εξής:
«Κατά των αποφάσεων που αφορούν οικογενειακή επανένωση προσφύγων, μπορεί να ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του προϊσταμένου του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου εντός δέκα (10) ημερών από την επίδοση της».
3. α. Η παρ. 4 του άρθρου 14 του π.δ. 131/2006, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 4 του π.δ. 167/2008 (Α΄ 223), αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«4. Οι Προϊστάμενοι των αρμοδίων αρχών της παρ. 1 αναθέτουν σε υπάλληλο της Υπηρεσίας τους (χειριστή) τον έλεγχο των δικαιολογητικών και την υποβολή σχετικής με την αίτηση οικογενειακής επανένωσης του πρόσφυγα εισήγησης. Για τη διακρίβωση της ύπαρξης οικογενειακής σχέσης, οι αρμόδιες αρχές ή οι υπάλληλοι μπορούν να καλούν τον πρόσφυγα και το μέλος ή τα μέλη της οικογένειάς του σε συνέντευξη και να ενεργούν οιαδήποτε άλλη σχετική έρευνα κρίνεται αναγκαία».
β. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 14 του π.δ. 131/2006 (Α΄ 143), όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 4 του π.δ. 167/2008 (Α΄ 223), αντικαθίσταται ως εξής:
«5. Ο χειριστής της αρμόδιας αρχής παραλαβής και εξέτασης αίτησης οικογενειακής επανένωσης πρόσφυγα αποφαίνεται επί της αιτήσεως οικογενειακής επανένωσης και κοινοποιεί την απόφαση στον ενδιαφερόμενο εντός εννέα (9) μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης».
4. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 15 του π.δ. 131/2006 (Α΄ 143), όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 4 του π.δ. 167/2008 (Α΄ 223) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Η αρμόδια αρχή παραλαβής και εξέτασης της αίτησης οικογενειακής επανένωσης πρόσφυγα διαβιβάζει την απόφαση για την οικογενειακή επανένωση, μέσω της Υπηρεσίας Διεκπεραίωσης του Υπουργείου Εξωτερικών, στην οικεία ελληνική προξενική αρχή, η οποία χορηγεί την απαιτούμενη θεώρηση εισόδου με την επιφύλαξη των διατάξεων περί απαγόρευσης εισόδου του άρθρου 8 του ν. 3386/2005 (Α΄ 212)».

Άρθρο 32
Τροποποίηση του π.δ. 80/2006
1. Η παρ. 1 του άρθρου 8 του π.δ. 80/2006 (Α΄ 82), αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Στους δικαιούχους προσωρινής προστασίας και για όσο διάστημα τελούν στην κατάσταση αυτή, χορηγείται ατελώς άδεια διαμονής. Η άδεια αυτή εκδίδεται από το κατά τόπο αρμόδιο Περιφερειακό Γραφείο Ασύλου ή αυτοτελές Κλιμάκιο του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου».
2. Το άρθρο 9 του π.δ. 80/2006, αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 9
Ενημέρωση
Στους δικαιούχους προσωρινής προστασίας, με μέριμνα του Τμήματος Συντονισμού της Κεντρικής Υπηρεσίας Ασύλου του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, παρέχεται έγγραφη ενημέρωση σε γλώσσα κατανοητή από αυτούς σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, κατά το χρόνο που τελούν στην κατάσταση αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις περί προσωρινής προστασίας».
3. Η παρ. 2 του άρθρου 15 του π.δ. 80/2006, αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Στις περιπτώσεις όπου τα χωρισμένα μέλη της οικογένειας του πρώτου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου απολαμβάνουν προσωρινής προστασίας σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε., το Τμήμα Διεθνούς Συνεργασίας και Τεκμηρίωσης της Κεντρικής Υπηρεσίας Ασύλου προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες προς την αρμόδια αρχή του οικείου κράτους για την επίτευξη της οικογενειακής ενότητας των ατόμων αυτών με τα διαμένοντα στην Ελλάδα, αφού ληφθεί υπόψη η επιθυμία των ως άνω μελών της οικογένειας».
4. Η παρ. 2 του άρθρου 21 του π.δ. 80/2006, αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Σε περίπτωση, που μετά την άσκηση δικαιώματος για εκούσιο επαναπατρισμό ατόμων που είχαν τύχει προσωρινής προστασίας στην Ελλάδα, υποβληθεί αίτημα επανεισόδου αυτών, το εν λόγω αίτημα γίνεται δεκτό με απόφαση του Προϊσταμένου του οικείου Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου, εφόσον τούτο επιβάλλεται από τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής και η προσωρινή προστασία δεν έχει λήξει».
5. Η παρ. 1 του άρθρου 26 του π.δ. 80/2006, αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Το Τμήμα Διεθνούς Συνεργασίας και Τεκμηρίωσης της Κεντρικής Υπηρεσίας Ασύλου, ορίζεται ως εθνικό σημείο επαφής για την διοικητική συνεργασία με τις αντίστοιχες αρχές των άλλων κρατών μελών της Ε.Ε. στα θέματα εφαρμογής της προσωρινής προστασίας. Επίσης, λαμβάνει, σε συνεννόηση με την Επιτροπή, όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε η συνεργασία αυτή να είναι άμεση και αποτελεσματική».
6. Το άρθρο 28 του π.δ. 80/2006 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 28
Αποφάσεις - Μέτρα Αποκλεισμού – Προσφυγές
1. Εφόσον υπάρχουν στοιχεία που θεμελιώνουν ρήτρα αποκλεισμού από την προσωρινή προστασία προσώπων που έχουν εισέλθει στη χώρα και διαμένουν στα κέντρα φιλοξενίας, εκδίδεται από τον Προϊστάμενο του κατά τόπον αρμόδιου Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου απόφαση επιστροφής. Στην απόφαση αυτή περιλαμβάνεται και η διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων αποκλεισμού του ατόμου από την προσωρινή προστασία.
Για τη λήψη της απόφασης εκτιμώνται τα στοιχεία που κατέχει η υπηρεσία, αυτά που προσκομίζονται από τον ενδιαφερόμενο καθώς και οι τυχόν αντιρρήσεις του.
2. α. Κατά της προαναφερόμενης απόφασης ο ενδιαφερόμενος μπορεί να προσφύγει εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από την επίδοσή της στην Αρχή Προσφυγών. Η προσφυγή ανατίθεται από τον Διευθυντή της Αρχής Προσφυγών σε εμπειρογνώμονα-εισηγητή για τη σύνταξη σχετικής εισήγησης και εισάγεται στην Επιτροπή Προσφυγών, η οποία αποφαίνεται εντός δέκα (10) ημερών. Η προθεσμία και η άσκηση της προσφυγής αναστέλλουν την εκτέλεση της αρχικής απόφασης.
β. Κατά της απόφασης που εκδίδεται μετά την άσκηση της ανωτέρω διοικητικής προσφυγής, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ασκήσει αίτηση ακύρωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν. 3068/2002 (Α΄ 274).
3. Δεν επιτρέπεται η είσοδος στην Ελλάδα σε πρόσωπα σε βάρος των οποίων υπάρχει ρήτρα αποκλεισμού και έχει εκδοθεί σχετική τελεσίδικη απόφαση από τον αρμόδιο Προϊστάμενο Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου ή την Αρχή Προσφυγών».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΤΕΛΙΚΕΣ - ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 33
Τελικές διατάξεις
Στην περίπτωση που αίτηση διεθνούς προστασίας αλλοδαπού ή ανιθαγενή έχει απορριφθεί τελεσίδικα και οι αρμόδιες Αρχές Απόφασης του Μέρους Α’ του παρόντος πιθανολογούν ότι στο πρόσωπό του συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης άδειας διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, παραπέμπουν την υπόθεση στις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 44 του ν. 3386/2005, ως ισχύει, οι οποίες αποφασίζουν σχετικά με τη χορήγηση της εν λόγω άδειας. Στην περίπτωση αυτή οι αρμόδιες Αρχές Απόφασης χορηγούν σχετική βεβαίωση στον ενδιαφερόμενο.
Άρθρο 34
Μεταβατικές διατάξεις
1. Αιτήσεις διεθνούς προστασίας που έχουν υποβληθεί πριν από την 7η Ιουνίου 2013 εξετάζονται από τις αρχές και σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται στο π.δ. 114/2010, όπως τροποποιείται με το επόμενο άρθρο. Αιτήσεις διεθνούς προστασίας που υποβάλλονται στις αρμόδιες αρχές του Μέρους Α΄ του παρόντος χωρίς να έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί προγενέστερης αίτησης που εκκρεμεί ενώπιον των αρμόδιων αρχών του π.δ. 114/2010 θεωρούνται συμπληρωματικό στοιχείο της αρχικής αίτησης και εξετάζονται από τις αρχές και με τη διαδικασία του π.δ. 114/2010. Μεταγενέστερες αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την 7η Ιουνίου 2013, εξετάζονται από τις αρχές που προβλέπονται στο Μέρος Α΄ του παρόντος και σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο Μέρος αυτό διαδικασία.
2. Αιτήσεις ανανέωσης άδειας διαμονής, έκδοσης άλλων νομιμοποιητικών ή ταξιδιωτικών εγγράφων, διατήρησης της οικογενειακής ενότητας, και οικογενειακής επανένωσης δικαιούχων διεθνούς προστασίας, των οποίων το καθεστώς αναγνωρίστηκε από τις αρχές που προβλέπονται στο π.δ. 114/2010 εξετάζονται και διεκπεραιώνονται από τις αρχές αυτές.
3. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, οι αρμόδιες υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας παραδίδουν αμελλητί στις αρμόδιες αρχές απόφασης του Μέρους Α΄ τους φακέλους των αιτούντων που υποβάλλουν μεταγενέστερες αιτήσεις σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1.
Άρθρο 35
Τροποποίηση του π.δ. 114/2010
1. α. Η περίπτωση β΄ του άρθρου 2 του π.δ. 114/2010 (A΄ 195) αντικαθίσταται ως εξής:
«β. «Αίτηση διεθνούς προστασίας» ή «αίτηση ασύλου» ή «αίτηση» είναι η αίτηση παροχής προστασίας από το ελληνικό κράτος που υποβάλλει αλλοδαπός ή ανιθαγενής, με την οποία ζητά την αναγνώριση στο πρόσωπό του της ιδιότητας του πρόσφυγα, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης, ή την χορήγηση καθεστώτος επικουρικής προστασίας. Η αίτηση διεθνούς προστασίας μπορεί να περιλαμβάνει και τα μέλη της οικογενείας του αιτούντος που βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια».
β. Η περίπτωση δ΄ του άρθρου 2 του π.δ. 114/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
«δ. «Αιτών διεθνή προστασία» ή «αιτών άσυλο» ή «αιτών» είναι ο αλλοδαπός ή ανιθαγενής, ο οποίος δηλώνει προφορικώς ή εγγράφως ενώπιον οποιασδήποτε ελληνικής αρχής, στα σημεία εισόδου στην ελληνική επικράτεια ή εντός αυτής, ότι ζητεί άσυλο ή επικουρική προστασία στη χώρα μας ή με οποιονδήποτε τρόπο ζητεί να μην απελαθεί σε κάποια χώρα εκ φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης ή επειδή κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή βλάβη σύμφωνα με το άρθρο 15 του π.δ. 96/
2008 (Α΄ 152) και επί του αιτήματος του οποίου δεν έχει ληφθεί ακόμη τελεσίδικη απόφαση. Επίσης, αιτών διεθνή προστασία θεωρείται και ο αλλοδαπός, ο οποίος υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας σε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ κατ’ εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 343/2003 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας (L 050/25.02.2003), ή σε άλλο κράτος που δεσμεύεται από και εφαρμόζει τον ως άνω Κανονισμό, και μεταφέρεται στην Ελλάδα βάσει των διατάξεων του ως άνω κανονισμού».
γ. Η περίπτωση ι΄ του άρθρου 2 του π.δ. 114/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
«ι. «Ασυνόδευτος ανήλικος» είναι το πρόσωπο ηλικίας κάτω των 18 ετών, το οποίο φθάνει στην Ελλάδα, χωρίς να συνοδεύεται από ενήλικο υπεύθυνο για τη φροντίδα του, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία ή πρακτική και για όσο χρόνο κανένας ενήλικος δεν ασκεί στην πράξη την επιμέλειά του, ή ο ανήλικος που εγκαταλείπεται ασυνόδευτος μετά την είσοδό του στην Ελλάδα».
δ. Στην περίπτωση ιδ΄ του άρθρου 2 του π.δ. 114/2010 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Κατ’ εξαίρεση αρμόδια αρχή παραλαβής αιτήσεων διεθνούς προστασίας που υποβάλλονται από ασυνόδευτους ανήλικους που διαμένουν σε δομές φιλοξενίας και κρατούμενους σε σωφρονιστικά ιδρύματα είναι οι πλησιέστερες Υποδιευθύνσεις ή Τμήματα Ασφαλείας στον τόπο διαμονής ή κράτησης. Η παραλαβή της αίτησης γίνεται άμεσα από τη μεταφορά του αιτούντα στον τόπο διαμονής ή κράτησης.».
ε. Η περίπτωση ιθ΄ του άρθρου 2 του π.δ. 114/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
«ιθ. «Αποφαινόμενη Αρχή» είναι ο Γενικός Γραμματέας Δημόσιας Τάξης του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη που αποφασίζει σε πρώτο βαθμό επί των αιτήσεων παροχής διεθνούς προστασίας. Στις περιπτώσεις των άρθρων 17 παράγραφος 4 και 18, Αποφαινόμενη Αρχή είναι ο Διευθυντής της αρμόδιας αρχής εξέτασης».
στ. Η περίπτωση κα΄ του άρθρου 2 του π.δ. 114/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
«κα. «Μεταγενέστερη αίτηση» είναι η αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται μετά από τελεσίδικη απορριπτική απόφαση. Ως μεταγενέστερη αίτηση λογίζεται και κάθε νέα αίτηση διεθνούς προστασίας μετά από παραίτηση κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 παράγραφος 1».
ζ. Στο άρθρο 2 του π.δ. 114/2010 προστίθεται περίπτωση κστ΄ ως εξής:
«κστ. «Αιτούντες που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες» είναι οι αιτούντες που ανήκουν στις κατηγορίες οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3907/2011 (Α΄ 7)».
2. Η παράγραφος 1 του άρθρου 3 του π.δ. 114/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Το παρόν εφαρμόζεται σε όλες τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας που υποβάλλονται στο έδαφος της ελληνικής επικράτειας, περιλαμβανομένων των συνόρων, ή στις ζώνες διέλευσης της χώρας, καθώς και στις διαδικασίες ανάκλησης χορηγηθέντος καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Όλες οι αιτήσεις διεθνούς προστασίας εξετάζονται καταρχάς ως αιτήσεις ασύλου και, εφόσον δεν πληρούνται τα κριτήρια της Σύμβασης της Γενεύης ως προς το καθεστώς του πρόσφυγα, εξετάζονται με βάση τα κριτήρια του καθεστώτος επικουρικής προστασίας».
3. Οι παράγραφοι 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 4 του
π.δ. 114/2010 αντικαθίστανται ως εξής:
«2. Ο αιτών μπορεί να υποβάλει αίτηση εξ ονόματος και των μελών της οικογένειάς του. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα ενήλικα μέλη πρέπει να συναινούν εγγράφως στην κατάθεση της αίτησης εξ ονόματός τους ή σε αντίθετη περίπτωση να έχουν την ευκαιρία να υποβάλουν οι ίδιοι την αίτησή τους. Η συναίνεση ζητείται κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ή το αργότερο κατά την προσωπική συνέντευξη με το εν λόγω μέλος. Αιτών που αποκτά τέκνο μετά την είσοδό του στη χώρα δύναται να υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας εξ ονόματος του τέκνου, η οποία υποχρεωτικά συνοδεύεται από τη ληξιαρχική πράξη γέννησης του τέκνου. Η αίτηση αυτή συνενώνεται με την αίτηση διεθνούς προστασίας του αιτούντος γονέα σε όποιο στάδιο και βαθμό της διαδικασίας βρίσκεται αυτή.
3. Ο ασυνόδευτος, ή μη, ανήλικος άνω των 14 ετών δύναται να υποβάλει ο ίδιος αίτηση.
4. Ο ασυνόδευτος ανήλικος, κάτω των 14 ετών, υποβάλλει αίτηση δι’ εκπροσώπου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12».
5. Αν η αίτηση διεθνούς προστασίας υποβληθεί σε μη αρμόδια αρχή, αυτή υποχρεούται να ειδοποιήσει αμέσως την αρμόδια αρχή παραλαβής με τον προσφορότερο τρόπο και να παραπέμψει σε αυτήν τον αιτούντα. Η Κεντρική Αρχή μεριμνά για την ενημέρωση των αρχών στις οποίες είναι πιθανόν να απευθυνθεί όποιος επιθυμεί να υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας, σχετικά με τις αρμόδιες υπηρεσίες και τη διαδικασία υποβολής της αίτησης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου».
4. Η παράγραφος 2 του άρθρου 5 του π.δ. 114/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Η προηγούμενη παράγραφος δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου οι αρμόδιες αρχές είτε παραδίδουν τον αιτούντα σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3251/2004 (Α΄ 127), είτε εκδίδουν αυτόν σε τρίτη χώρα με την εξαίρεση της χώρας καταγωγής του αιτούντος ή σε διεθνή ποινικά δικαστήρια, με βάση τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας. Η παράδοση ή η έκδοση δεν πρέπει να οδηγεί σε έμμεση ή άμεση επαναπροώθηση του ενδιαφερόμενου κατά παράβαση του άρθρου 33 παρ. 1 της Σύμβασης της Γενεύης ή σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης σύμφωνα με το άρθρο 15 του π.δ. 96/2008. Κανένας δεν εκδίδεται πριν εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αίτησής του, εφόσον επικαλείται φόβο δίωξης στο εκζητούν κράτος».
5. Η περίπτωση β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του π.δ. 114/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
«β. Μεριμνά, ώστε το προσωπικό που εξετάζει και αποφασίζει για τις αιτήσεις ή εισηγείται για τη λήψη αποφάσεων, να γνωρίζει τη νομοθεσία και τη νομολογία περί διεθνούς προστασίας. Προς τούτο, οργανώνει την εκπαίδευση και φροντίζει για τη συνεχή επιμόρφωση του προσωπικού. Επίσης διοργανώνει σεμινάρια εκπαίδευσης αυτοτελώς καθώς επίσης και σε συνεργασία με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Στήριξης για το Άσυλο. Μπορεί επίσης να διοργανώνει σεμινάρια κατάρτισης με Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις. Κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές παραλαβής, εξέτασης και απόφασης τις διαθέσιμες από την Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες οδηγίες και ενημερωτικά δελτία σε θέματα διεθνούς προστασίας».
6. α. Η παράγραφος 1 του άρθρου 7 του π.δ. 114/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Οι αποφάσεις επί της αίτησης διεθνούς προστασίας συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων μεταφοράς βάσει του Κανονισμού (ΕΚ) 343/2003 επιδίδονται στον αιτούντα με μέριμνα των αρμοδίων αρχών παραλαβής ή εξέτασης. Η επίδοση πραγματοποιείται το ταχύτερο δυνατό μετά την έκδοση της απόφασης και αφού ειδοποιηθεί ο αιτών, με κάποιον από τους παρακάτω αποκλειστικά αναφερόμενους τρόπους επικοινωνίας, προκειμένου να προσέλθει για την παραλαβή της απόφασης σε συγκεκριμένη ημερομηνία. Η ειδοποίηση πραγματοποιείται, με βάση τα δηλωθέντα υπευθύνως από τον ίδιο πλέον πρόσφατα στοιχεία επικοινωνίας, με επιστολή, τηλεγράφημα, τηλεομοιοτυπία, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή τηλεφώνημα. Για την πράξη αυτή γίνεται από τον αρμόδιο υπάλληλο σχετική μνεία στον φάκελο του αιτούντος ή σε ειδικό βιβλίο, η οποία πρέπει να φέρει χρονολογία και ώρα διενέργειας της πράξης, το όνομα και υπογραφή του υπαλλήλου που προέβη στην ειδοποίηση και το είδος της πράξης στην οποία προέβη. Εάν ο αιτών είναι κρατούμενος, η απόφαση παραδίδεται στον προϊστάμενο του οικείου καταστήματος κράτησης ο οποίος μεριμνά για την άμεση επίδοση στον κρατούμενο σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή εξέτασης.
β. Στο άρθρο 7 του π.δ. 114/2010 προστίθενται παράγραφοι 2 και 3 ως εξής:
«2. Εάν ο αιτών δεν ανταποκριθεί ή δεν καταστεί δυνατόν να ανευρεθεί με τα μέσα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η επίδοση διενεργείται το αργότερο κατά την προσέλευση του αιτούντος για ανανέωση του ειδικού δελτίου από τις αρμόδιες αρχές. Εάν ο αιτών δεν εμφανισθεί το αργότερο κατά την επόμενη εργάσιμη ημέρα μετά τη λήξη του δελτίου, η επίδοση θεωρείται ότι έχει πραγματοποιηθεί κατά την ημέρα αυτή. Σε κάθε περίπτωση, συντάσσεται σχετική βεβαίωση που τίθεται εντός του ατομικού φακέλου του αιτούντα.
3. Όταν η επίδοση διενεργείται παρουσία του αιτούντος, ο αιτών ενημερώνεται από διερμηνέα σε γλώσσα που κατανοεί, μνεία δε του γεγονότος αυτού γίνεται στη σχετική έκθεση επίδοσης. Όταν η επίδοση διενεργείται με άλλο τρόπο επισυνάπτεται και έντυπο σε γλώσσα που κατανοεί ο αιτών που εξηγεί το περιεχόμενο του εγγράφου, τις συνέπειές του για τον ίδιο και τις ενέργειες στις οποίες δύναται να προβεί».
γ. Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 7 του π.δ. 114/ 2010 αναριθμούνται σε 4 και 5 αντίστοιχα.
δ. Στο άρθρο 7 του π.δ. 114/2010 προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής: «6. Προσκλήσεις του αιτούντος από την αρμόδια αρχή εξέτασης στη συνέντευξη που αναφέρεται στο άρθρο 10 και από την Επιτροπή Προσφυγών κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 26 πραγματοποιούνται με κάθε πρόσφορο μέσο, μεταξύ των οποίων όσα αναφέρονται στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1, που εξασφαλίζει ότι ο αιτών έλαβε γνώση της πρόσκλησης. Δεν απαιτείται πρόσκληση, εφόσον στον αιτούντα έχει οριστεί συγκεκριμένη ημερομηνία συνέντευξης ή αυτοπρόσωπης παράστασης σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας και του έχει εξηγηθεί η σημασία και το περιεχόμενο των διαδικασιών αυτών. Κάθε άλλη πρόσκληση ή κλήση του αιτούντος πραγματοποιείται με τα μέσα που αναφέρονται στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1. Για κάθε μη ρυθμιζόμενο θέμα από την παρούσα παράγραφο εφαρμόζεται αναλόγως η παράγραφος 2 του άρθρου 6 Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (Ν. 2690/1999, ΦΕΚ Α΄ 45).»
7. α. Οι περιπτώσεις β΄ και γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του π.δ. 114/2010 αντικαθίστανται ως εξής:
«β. Τους παρέχονται υπηρεσίες διερμηνέα για να υποβάλουν την αίτησή τους και να εκθέσουν την υπόθεσή τους στις αρμόδιες αρχές παραλαβής και εξέτασης και για τη διεξαγωγή της συνέντευξης ή προφορικής ακρόασης σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, εφόσον δεν μπορεί να εξασφαλισθεί η αναγκαία επικοινωνία χωρίς αυτόν. Η δαπάνη της διερμηνείας βαρύνει το Δημόσιο. Η παροχή υπηρεσιών διερμηνείας όπου αυτή απαιτείται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διεθνούς προστασίας δύναται να παρέχεται και εξ αποστάσεως με τη χρήση κατάλληλων τεχνικών μέσων επικοινωνίας, σε περίπτωση που η φυσική παρουσία διερμηνέα δεν είναι πρόσφορη.
γ. Επιτρέπεται η επικοινωνία τους με την Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες ή με κάθε άλλη οργάνωση που παρέχει νομική, ιατρική και ψυχολογική συνδρομή».
β. Η παράγραφος 3 του άρθρου 8 του π.δ. 114/2010 αντικαθίσταται ως εξής:.
«3. Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας, οι αρμόδιες κατά το νόμο αρχές αναγνωρίζουν και θεωρούν το γνήσιο της υπογραφής αιτούντων με την επίδειξη του δελτίου. Στις περιπτώσεις κράτησης, παραμονής σε Περιφερειακές Υπηρεσίες Πρώτης Υποδοχής ή κατά τη διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 24, οι αρμόδιες κατά τον νόμο αρχές αναγνωρίζουν και βεβαιώνουν την υπογραφή των αλλοδαπών βάσει των στοιχείων που έχουν δηλώσει».
γ. Η παράγραφος 4 του άρθρου 8 του π.δ. 114/2010 καταργείται.
8. Οι περιπτώσεις α΄ και β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του π.δ. 114/2010 αντικαθίστανται ως εξής:
«α. Παρουσιάζονται ενώπιον των αρμοδίων αρχών αυτοπροσώπως χωρίς καθυστέρηση ή στον καθοριζόμενο από τις οικείες διατάξεις χρόνο για να υποβάλλουν τα αιτήματά τους. Αίτηση διεθνούς προστασίας, παραίτηση από αυτήν, προσφυγή κατά απορριπτικής απόφασης, μεταγενέστερη αίτηση και αίτηση για ανανέωση του δελτίου αιτούντος διεθνή προστασία υποβάλλονται αυτοπροσώπως, εκτός αν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας, όπως σοβαρή ασθένεια, σοβαρή σωματική αναπηρία ή κράτηση, οι οποίοι θα πρέπει να αποδεικνύονται με ανάλογο πιστοποιητικό ή βεβαίωση δημόσιας υπηρεσίας. Στις προαναφερόμενες περιπτώσεις ανωτέρας βίας η αίτηση περιλαμβάνει δήλωση του αιτούντος ότι γνωρίζει τις προϋποθέσεις της παρούσας παραγράφου. Σε κάθε περίπτωση, η εκκίνηση της διαδικασίας εξέτασης μιας αίτησης διεθνούς προστασίας τελεί υπό την προϋπόθεση της διαπίστωσης της συνδρομής των ως άνω λόγων, καθώς και της αυτοπρόσωπης εμφάνισης του αιτούντος ενώπιον των αρμοδίων αρχών παραλαβής.
β. Παραδίδουν το ταξιδιωτικό έγγραφο ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο έχουν στην κατοχή τους και σχετίζεται με την εξέταση της αίτησης και των στοιχείων που πιστοποιούν την ταυτότητα των ιδίων και των μελών της οικογένειάς τους, τη χώρα προέλευσης και τον τόπο καταγωγής τους, καθώς και την οικογενειακή τους κατάσταση. Η αναγνώριση της ιδιότητας του δικαιούχου διεθνούς προστασίας δεν προϋποθέτει απαραιτήτως την υποβολή αποδεικτικών στοιχείων. Στις περιπτώσεις που παραδοθούν τα ανωτέρω έγγραφα συντάσσεται πρακτικό παράδοσης-παραλαβής, αντίγραφο του οποίου χορηγείται στον αιτούντα».
9. α Η παράγραφος 1 του άρθρου 10 του π.δ. 114/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Πριν τη λήψη απόφασης από την Αποφαινόμενη Αρχή, διενεργείται προσωπική συνέντευξη του αιτούντος, ο οποίος καλείται με πρόσκληση κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 7, από βαθμοφόρο της αρμόδιας αρχής εξέτασης ο οποίος ορίζεται για το σκοπό αυτό. Ο βαθμοφόρος εισηγείται σχετικά στην Αποφαινόμενη Αρχή, αφού πρώτα συντάξει πρακτικό. Η συνέντευξη διενεργείται με τη συνδρομή διερμηνέα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 8 παρ. 1 περίπτ. β΄, ικανού να εξασφαλίσει την αναγκαία επικοινωνία, προκειμένου ο ενδιαφερόμενος να επιβεβαιώσει όσα αναφέρει στην αίτησή του και να δώσει εξηγήσεις, ιδίως σε ό, τι αφορά την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, συμπεριλαμβανομένου του ιστορικού των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, προηγούμενες αιτήσεις διεθνούς προστασίας, τα δρομολόγια που ακολούθησε για να εισέλθει στο ελληνικό έδαφος, τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους που τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του ή προηγούμενης συνήθους διαμονής του, όταν πρόκειται για ανιθαγενή, ζητώντας προστασία καθώς και τους λόγους για τους οποίους δεν μπορεί ή δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν. Πριν από τη συνέντευξη χορηγείται στον αιτούντα, εφόσον το επιθυμεί, εύλογος χρόνος προκειμένου να προετοιμασθεί κατάλληλα και να συμβουλευθεί νομικό ή άλλο σύμβουλο για να τον επικουρεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Ο εύλογος χρόνος καθορίζεται από την αρμόδια αρχή εξέτασης και δεν δύναται, περιλαμβανομένων και των τυχόν παρατάσεων, να υπερβεί τις δέκα (10) ημέρες ή τις τρεις (3) ημέρες όταν πραγματοποιείται συνέντευξη βάσει του άρθρου 24 ή όταν αφορά αιτούντα που κρατείται. Κατά την διάρκεια της συνέντευξης δύναται να παρίσταται, εκπρόσωπος της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες ή συνεργαζόμενης με αυτή οργάνωσης, με δυνατότητα πρότασης ερωτήσεων στον αρμόδιο βαθμοφόρο, καθώς και ο νομικός ή άλλος σύμβουλος του αιτούντος. Η Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες ενημερώνεται εγκαίρως αναφορικά με το πρόγραμμα συνεντεύξεων και τα στοιχεία ταυτότητας των αιτούντων. Όταν η συνέντευξη αφορά γυναίκα, λαμβάνεται ειδική μέριμνα, ώστε να διεξάγεται από ειδικευμένη γυναίκα υπάλληλο, παρουσία γυναίκας διερμηνέα. Σε περίπτωση που τούτο δεν καθίσταται δυνατό, γίνεται σχετική μνεία των λόγων στο πρακτικό της συνέντευξης. Για κάθε ενήλικο μέλος της οικογένειας διεξάγεται ξεχωριστή προσωπική συνέντευξη. Για τους ανήλικους, διεξάγεται προσωπική συνέντευξη λαμβανομένης υπόψη της ωριμότητάς τους και των ψυχολογικών συνεπειών των τραυματικών βιωμάτων τους».
β. Οι παράγραφοι 5 και 6 του άρθρου 10 του π.δ. 114/ 2010 αντικαθίστανται ως εξής:
«5. Η παράλειψη προσωπικής συνέντευξης κατά τις προηγούμενες παραγράφους δεν επιδρά δυσμενώς στην απόφαση της Αποφαινόμενης Αρχής, ούτε εμποδίζει την Αποφαινόμενη Αρχή να λαμβάνει απόφαση επί της αίτησης. Σε περίπτωση παράλειψης της συνέντευξης, η Αποφαινόμενη Αρχή στην απόφασή της περιλαμβάνει αιτιολογία αυτής της παράλειψης.
γ. Οι παράγραφοι 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14 του άρθρου 10 του π.δ. 114/2010 αναριθμούνται σε παραγράφους 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13 αντίστοιχα.
10. Οι παράγραφοι 1, 3 και 4 του άρθρου 11 του π.δ. 114/2010 αντικαθίστανται ως εξής:
«1. Οι αιτούντες έχουν δικαίωμα να συμβουλεύονται με δαπάνη τους δικηγόρο ή άλλο σύμβουλο σε θέματα σχετικά με την αίτησή τους. Εφόσον ειδικές διατάξεις δεν ορίζουν διαφορετικά για συγκεκριμένες πράξεις, η εξουσιοδότηση αιτούντων προς δικηγόρο για την εκπροσώπησή τους ενώπιον των αρχών του παρόντος μπορεί να πραγματοποιηθεί και με απλό ιδιωτικό έγγραφο, χωρίς να απαιτείται θεώρηση του γνησίου της υπογραφής. Η εξουσιοδότηση αιτούντων προς άλλα πρόσωπα απαιτεί θεώρηση του γνησίου της υπογραφής».
«3. Οι δικηγόροι που εκπροσωπούν αιτούντες έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες του φακέλου τους, εφόσον αυτές σχετίζονται με την εξέταση της αίτησης. Άλλοι σύμβουλοι που παρέχουν συνδρομή σε αιτούντες έχουν πρόσβαση σε στοιχεία του φακέλου τους εφόσον αυτά σχετίζονται με την παρεχόμενη συνδρομή. Η Αποφαινόμενη Αρχή δύναται, μετά από αιτιολογημένη πράξη της, να απαγορεύει τη γνωστοποίηση πληροφοριών ή της πηγής αυτών, εφόσον κρίνει ότι η αποκάλυψη αυτών ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια ή τις διεθνείς σχέσεις της χώρας ή την ασφάλεια ή την επιβαλλόμενη μυστικότητα της δράσης υπηρεσιών ή προσώπων που παρέχουν τις πληροφορίες. Η πρόσβαση στις εν λόγω απόρρητες πληροφορίες ή πηγές είναι δυνατή, σε κάθε περίπτωση, από το δικαστήριο, το οποίο είναι αρμόδιο για την εξέταση των προβλεπομένων στο άρθρο 29 αιτήσεων ακυρώσεως.
4. Οι δικηγόροι που εκπροσωπούν και οι σύμβουλοι που παρέχουν συνδρομή σε αιτούντες έχουν πρόσβαση σε Περιφερειακές Υπηρεσίες Πρώτης Υποδοχής υπό τους ειδικούς όρους του Γενικού Κανονισμού λειτουργίας της Υπηρεσίας Πρώτης Υποδοχής. Επίσης έχουν πρόσβαση σε χώρους κράτησης και ζώνες διέλευσης, για να επικοινωνούν με τους αιτούντες, σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο. Η δυνατότητα πρόσβασης των ως άνω προσώπων στους χώρους αυτούς περιορίζεται όταν τούτο κρίνεται αντικειμενικά απαραίτητο από τις εκάστοτε αρμόδιες αρχές για την ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή τη διοικητική διαχείριση του εν λόγω χώρου, υπό τον όρο ότι η πρόσβασή τους δεν περιορίζεται υπερβολικά ούτε καθίσταται αδύνατη».
11. α. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 13 του π.δ. 114/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «2. Η κράτηση των αιτούντων σε κατάλληλο χώρο επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση και εφόσον κριθεί ότι δεν μπορούν να εφαρμοσθούν εναλλακτικά μέτρα όπως αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 22 παρ. 3 του ν. 3907/2011 για έναν από τους παρακάτω λόγους:».
β. Στο άρθρο 13 του π.δ. 114/2010 προστίθεται παράγραφος 7 ως εξής: «7. Όταν εκλείψουν οι λόγοι που δικαιολογούν την κράτηση ενός αιτούντος για τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 2, οι αρχές που διέταξαν την κράτηση, με αιτιολογημένη απόφασή τους αφήνουν ελεύθερο τον αιτούντα και ενημερώνουν αμελλητί τις Αρχές Εξέτασης και την Κεντρική Αρχή.»
12. Το άρθρο 14 του π.δ. 114/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 14
(Άρθρα 19 και 20 Οδηγίας)
Παραίτηση από την αίτηση – ανάκληση
1. Ο αιτών δύναται να παραιτηθεί από την αίτησή του καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, εφόσον υποβάλει σχετική δήλωση εγγράφως ενώπιον των αρμόδιων αρχών παραλαβής ή εξέτασης εξέτασης και παραδώσει το δελτίο αιτήσαντος άσυλο αλλοδαπού. Για τη βεβαίωση της παραίτησης συντάσσεται σχετικό πρακτικό παραίτησης παρουσία διερμηνέα, ο οποίος επιβεβαιώνει το ακριβές περιεχόμενο αυτού, ενώ ο αιτών ενημερώνεται για τις συνέπειες της πράξης αυτής, ότι οφείλει να εγκαταλείψει τη χώρα εφόσον δεν είναι κάτοχος τίτλου διαμονής και παραλαμβάνει αντίγραφο του πρακτικού παραίτησης. Μετά την υποβολή παραίτησης οι εκάστοτε αρμόδιες Αρχές Απόφασης θέτουν την υπόθεση στο αρχείο. Η σχετική πράξη έχει βεβαιωτικό χαρακτήρα και δεν επιδίδεται στον αιτούντα.
2. Όταν υπάρχει εύλογη αιτία να θεωρείται ότι ο αιτών έχει σιωπηρά ανακαλέσει την αίτησή του χωρίς να έχει εκδοθεί απόφαση σε α΄ βαθμό, η Αποφαινόμενη Αρχή διακόπτει την εξέταση της αίτησης με σχετική πράξη της και θέτει την υπόθεση στο αρχείο. Εφόσον έχει ήδη υποβληθεί προσφυγή κατά απορριπτικής απόφασης σε α΄ βαθμό και υπάρχει εύλογη αιτία να θεωρείται ότι ο προσφεύγων την έχει σιωπηρά ανακαλέσει, η Επιτροπή Προσφυγών απορρίπτει την προσφυγή για τους τυπικούς λόγους οι οποίοι περιγράφονται στην παρ. 3 λόγω σιωπηρής ανάκλησης. Οι ως άνω αποφάσεις αποστέλλονται στην τελευταία δηλωθείσα διεύθυνση του αιτούντος με επιστολή.
3. Σιωπηρή ανάκληση θεωρείται ότι υπάρχει όταν διαπιστώνεται ότι ο αιτών:
α. δεν ανταποκρίθηκε σε αιτήματα για παροχή πληροφοριών με ουσιώδη σημασία για την αίτησή του σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 4 του π.δ. 96/2008 ή
β. δεν παρέστη στην προσωπική συνέντευξη, όπως προβλέπεται στο άρθρο 10 παρότι εκλήθη νόμιμα και χωρίς να προβάλει βάσιμους λόγους για τη μη παρουσία του ή
γ. διέφυγε από το μέρος όπου βρισκόταν υπό κράτηση ή δεν συμμορφώθηκε με τα επιβληθέντα εναλλακτικά μέτρα ή
δ. αναχώρησε από το μέρος όπου διέμενε, χωρίς να ζητήσει άδεια ή να ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές εφόσον είχε προς τούτο υποχρέωση ή εγκατέλειψε τη χώρα χωρίς να λάβει άδεια από τις αρμόδιες αρχές ή
ε. δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις αναφοράς του άρθρου 9 παρ. 1 περίπτ. γ΄, ή άλλη υποχρέωση επικοινωνίας, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την ημέρα που οι αρμόδιες αρχές του ζήτησαν να επικοινωνήσει μαζί τους ή να παρουσιαστεί ενώπιον τους, ή
στ. δεν εμφανίστηκε για να ανανεώσει το ειδικό ατομικό δελτίο κατά την επόμενη εργάσιμη ημέρα μετά τη λήξη του.
4. Αιτών για τον οποίο έχει εκδοθεί πράξη διακοπής εξέτασης της αίτησης λόγω σιωπηρής ανάκλησης, έχει δικαίωμα να ζητήσει από την αρχή που εξέδωσε την πράξη τη συνέχιση της εξέτασης αυτής, προβάλλοντας τους λόγους για τους οποίους δεν συντρέχει σιωπηρή ανάκληση της αίτησής ή προσφυγής του. Μέχρι την τελεσίδικη κρίση της ως άνω αίτησης, ο αιτών δεν απελαύνεται από τη χώρα ούτε εκτελείται απόφαση επιστροφής.
5. Στις περιπτώσεις μεταφοράς αιτούντων στη χώρα, στο πλαίσιο εφαρμογής του Κανονισμού 343/2003 του Συμβουλίου, οι εκδοθείσες πράξεις απόρριψης ή διακοπής βάσει της παρ. 2 ανακαλούνται αυτοδικαίως και η διαδικασία εξέτασης της αίτησης συνεχίζεται».
13. Οι παράγραφοι 1, 3 και 4 του άρθρου 17 του π.δ. 114/
2010 αντικαθίστανται ως εξής:
«1. Οι Αρμόδιες Αρχές Εξέτασης εξετάζουν τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με τις βασικές αρχές και εγγυήσεις του Κεφαλαίου Β με την κανονική ή με την ταχύρρυθμη διαδικασία. Η υπαγωγή μίας αίτησης στην ταχύρρυθμη διαδικασία αιτιολογείται από την Αποφαινόμενη Αρχή ειδικά βάσει των διατάξεων της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου και δεν ασκεί επιρροή στην κρίση επί της ουσίας της αίτησης διεθνούς προστασίας».
«3. Οι Αρμόδιες Αρχές Εξέτασης δύνανται να εξετάζουν κατά προτεραιότητα αιτήσεις διεθνούς προστασίας οι οποίες αφορούν:
α. άτομα που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες, ή
β. άτομα που υποβάλλουν αίτηση ενόσω κρατούνται, υποβάλλουν αίτηση βάσει του άρθρου 24 ευρισκόμενα σε ζώνες διέλευσης λιμένων ή αερολιμένων της χώρας ή παραμένουν εντός Περιφερειακών Υπηρεσιών Πρώτης Υποδοχής, ή
γ. άτομα που ενδέχεται να υπαχθούν στις διαδικασίες του Κανονισμού 343/2003, ή
δ. άτομα των οποίων οι αιτήσεις εύλογα πιθανολογείται ότι είναι βάσιμες, ή
ε. άτομα των οποίων οι αιτήσεις χαρακτηρίζονται ως προδήλως αβάσιμες, ή
στ. άτομα για τα οποία η Ελληνική Αστυνομία με αιτιολογημένο έγγραφό της αναφέρει ότι συνιστούν κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη της χώρας, ή
ζ. άτομα τα οποία υποβάλλουν μεταγενέστερες αιτήσεις διεθνούς προστασίας κατά το στάδιο του παραδεκτού.
4. Οι Αρμόδιες Αρχές Εξέτασης εξετάζουν μία αίτηση με την ταχύρρυθμη διαδικασία, όταν:
α. ο αιτών προέρχεται από ασφαλή χώρα καταγωγής σύμφωνα με το άρθρο 21 ή
β. η αίτηση είναι προδήλως αβάσιμη. Ως προδήλως αβάσιμη χαρακτηρίζεται μία αίτηση όταν ο αιτών, κατά την υποβολή της αίτησης και τη διεξαγωγή της συνέντευξης, κάνει επίκληση λόγων που προδήλως δεν συνάδουν με την ιδιότητα του πρόσφυγα ή του δικαιούχου επικουρικής προστασίας ή
γ. ο αιτών έχει παρουσιάσει ασυνεπείς, αντιφατικές, απίθανες ή μη τεκμηριωμένες πληροφορίες που καθιστούν σαφώς μη πειστική τη δήλωσή του ότι αποτέλεσε θύμα διώξεων δυνάμει του π.δ. 96/2008 ή
δ. ο αιτών παραπλάνησε τις Αρχές Παραλαβής ή Εξέτασης με την παρουσίαση ψευδών πληροφοριών ή εγγράφων ή με την απόκρυψη σχετικών πληροφοριών ή εγγράφων όσον αφορά την ταυτότητα ή/και την εθνικότητά του, που μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά την απόφαση, ή
ε. ο αιτών υπέβαλε άλλη αίτηση διεθνούς προστασίας στην οποία δηλώνει άλλα προσωπικά δεδομένα, ή
στ. ο αιτών δεν έχει παράσχει πληροφορίες ώστε να αποδειχθεί με εύλογο βαθμό βεβαιότητας η ταυτότητα ή η εθνικότητά του ή είναι πιθανόν ότι έχει καταστρέψει ή πετάξει κακόπιστα έγγραφο ταυτότητας ή ταξιδιωτικό έγγραφο που θα βοηθούσε στον προσδιορισμό της ταυτότητας ή της εθνικότητάς του, ή
ζ. ο αιτών έχει υποβάλει την αίτηση μόνο για να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την εκτέλεση προγενέστερης ή επικείμενης απόφασης απέλασης ή με άλλο τρόπο απομάκρυνσής του, ή
η. ο αιτών παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 9 ή
θ. ο αιτών αρνείται να συμμορφωθεί με την υποχρέωση να υποβληθεί σε λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία, ή
ι. η αίτηση υποβλήθηκε από άγαμο ανήλικο για τον οποίο είχε ήδη υποβληθεί αίτηση από τους γονείς ή τον γονέα του, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 παράγραφο 2, η οποία απορρίφθηκε, και ο αιτών δεν επικαλείται νέα κρίσιμα στοιχεία σχετικά με την προσωπική του κατάσταση ή την κατάσταση στη χώρα καταγωγής του».
14. Η περίπτωση γ΄ του άρθρου 18 του π.δ. 114/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
«γ. H αίτηση αποτελεί μεταγενέστερη αίτηση του αιτούντος και η προκαταρκτική εξέταση, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 2, δεν κατέδειξε την ύπαρξη νέων ουσιωδών στοιχείων ή».
15. α. Οι παράγραφοι 2, 3, 4, 5 και 6 του άρθρου 23 του π.δ. 114/2010 αντικαθίστανται ως εξής:
«2. Η μεταγενέστερη αίτηση εξετάζεται κατ’ αρχάς σε προκαταρκτικό στάδιο κατά το οποίο ερευνάται εάν έχουν προκύψει ή έχουν υποβληθεί από τον αιτούντα νέα ουσιώδη στοιχεία. Ο αιτών υποβάλλει και αναπτύσσει γραπτώς στην αρμόδια Αρχή παραλαβής του τόπου διαμονής ή κράτησής του, τα τυχόν νέα στοιχεία που υποβάλλει χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη. Κατά το στάδιο αυτό αποφασίζει ο Διευθυντής της αρμόδιας αρχής εξέτασης επί της αρχικής αίτησης.
3. Οι Αρμόδιες Αρχές Εξέτασης διασφαλίζουν στους αιτούντες, των οποίων η αίτηση εξετάζεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο, ότι απολαμβάνουν των εγγυήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 8 παρ. 1 (α), (β), (γ) και (ε). Μέχρι την έκδοση οριστικής κατά το προκαταρκτικό στάδιο απόφασης, αναστέλλεται η εκτέλεση κάθε μέτρου απέλασης ή απομάκρυνσης που υφίσταται σε βάρος των αιτούντων.»
4. Εάν κατά την προκαταρκτική εξέταση που αναφέρεται στην παρ. 2 προκύψουν ή υποβληθούν από τον αιτούντα νέα ουσιώδη στοιχεία τα οποία επηρεάζουν την κρίση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας, η αίτηση κρίνεται παραδεκτή, εξετάζεται περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και του χορηγείται δελτίο. Σε αντίθετη περίπτωση η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.»
5. Η διαδικασία του παρόντος άρθρου μπορεί να εφαρμόζεται επίσης και στην περίπτωση μέλους της οικογένειας του αιτούντα, το οποίο υποβάλλει αίτηση αφού έχει συναινέσει, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2, να αποτελέσει η περίπτωση του τμήμα αίτησης, η οποία υποβάλλεται για λογαριασμό του. Σε αυτή την περίπτωση, η προκαταρκτική εξέταση, που αναφέρεται στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου, αφορά την ενδεχόμενη ύπαρξη στοιχείων που να δικαιολογούν την υποβολή χωριστής αίτησης εκ μέρους του εξαρτωμένου προσώπου.
6. Αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται χωρίς να έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί προγενέστερης αίτησης του ίδιου αιτούντος θεωρείται ως συμπληρωματικό στοιχείο της αρχικής και δεν υπάγεται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου. Η εκ νέου υποβολή όμοιας μεταγενέστερης αίτησης εξετάζεται από τον Διευθυντή της παραγράφου 1 και τίθεται στο αρχείο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας».
16. Το άρθρο 24 του π.δ. 114/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 24
(Άρθρο 35 Οδηγίας)
Διαδικασίες στα σύνορα
1. Στις περιπτώσεις που υποβάλλονται αιτήσεις διεθνούς προστασίας στις ζώνες διέλευσης λιμένων ή αερολιμένων της χώρας, οι αιτούντες απολαμβάνουν των δικαιωμάτων και των εγγυήσεων των διατάξεων των άρθρων 8, 11 και 12.
2. Αν δεν ληφθεί απόφαση εντός είκοσι οκτώ ημερών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, επιτρέπεται στον αιτούντα η είσοδος στο έδαφος της χώρας, προκειμένου να εξετασθεί η αίτησή του σύμφωνα με τις λοιπές διατάξεις.
3. Στις περιπτώσεις, όπου η διαδικασία ασύλου είναι αντικειμενικά αδύνατο να εφαρμοστεί στις ζώνες διέλευσης λιμένων ή αερολιμένων, ιδίως λόγω άφιξης μεγάλου αριθμού προσώπων που υποβάλλουν αίτηση διεθνούς προστασίας, η διαδικασία ασύλου μπορεί να εφαρμόζεται σε άλλους χώρους πλησίον των ζωνών διέλευσης, στους οποίους φιλοξενούνται τα προαναφερόμενα πρόσωπα.
4. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 13, στις περιπτώσεις του παρόντος άρθρου που απορρίπτεται αίτηση διεθνούς προστασίας και εκδίδεται απόφαση απέλασης, επιστροφής ή επανεισδοχής, η εκτέλεση της οποίας αναστέλλεται λόγω άσκησης ενδίκων μέσων, επιτρέπεται η άνευ διαβατηριακών διατυπώσεων είσοδος του αιτούντος στη χώρα μέχρι την έκδοση απόφασης επί του ένδικου μέσου. Ο αιτών οφείλει να παρουσιασθεί το συντομότερο στην κατά τόπο αρμόδια αρχή παραλαβής ή εξέτασης για να δηλώσει διεύθυνση διαμονής και να του χορηγηθεί δελτίο αιτήσαντος άσυλο αλλοδαπού».
17. α. Η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του π.δ. 114/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Ο αιτών δικαιούται να προσφύγει ενώπιον της οριζόμενης από το άρθρο 26 Επιτροπής Προσφυγών:
α. Κατά της απόφασης που απορρίπτει αίτηση διεθνούς προστασίας ως αβάσιμη με την κανονική διαδικασία ή ανακαλεί το καθεστώς αυτό, εντός τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της εν λόγω απόφασης. Η ίδια προθεσμία ισχύει σε περίπτωση που χορηγείται στον αιτούντα καθεστώς επικουρικής προστασίας εφόσον ο αιτών ισχυρίζεται ότι δικαιούται καθεστώς πρόσφυγα.
β. Κατά της απόφασης που απορρίπτει αίτηση διεθνούς προστασίας με την ταχύρρυθμη διαδικασία ή ως απαράδεκτη κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 17 παρ. 4 και 18 αντίστοιχα, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την επίδοση της εν λόγω απόφασης. Κατά της απόφασης που απορρίπτει αίτηση διεθνούς προστασίας ως απαράδεκτη βάσει του άρθρου 18 περίπτ. α΄ η προσφυγή στρέφεται και κατά της σχετικής πράξης μεταφοράς κατ’ εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του Κανονισμού 343/2003 του Συμβουλίου.
γ. Κατά της απόφασης που απορρίπτει αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται εντός σωφρονιστικών καταστημάτων ή άλλων χώρων διοικητικής κράτησης, εντός δέκα (10) ημερών από την επίδοση της εν λόγω απόφασης.
δ. Κατά της απόφασης που απορρίπτει αίτηση διεθνούς προστασίας στις περιπτώσεις του άρθρου 24 ή που υποβάλλεται εντός εγκαταστάσεων Πρώτης Υποδοχής εντός τριών (3) ημερών από την επίδοση της εν λόγω απόφασης».
β. Στο άρθρο 25 του π.δ. 114/2010 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής: «4. Προσφυγές που υποβάλλονται εκπρόθεσμα εξετάζονται κατά προτεραιότητα από την Επιτροπή Προσφυγών που αποφασίζει επί του παραδεκτού αυτών. Όταν η Επιτροπή κρίνει την προσφυγή παραδεκτή, εκδίδει σχετική απόφαση η οποία επιδίδεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7 και χορηγείται εκ νέου το δελτίο αιτούντος. Η εξέταση επί της ουσίας πραγματοποιείται σε ύστερο στάδιο σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 26. Σε αντίθετη περίπτωση η προσφυγή απορρίπτεται.»
18. α. Η περίπτωση β της παραγράφου 1 του άρθρου 26 του π.δ. 114/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «β. έναν εκπρόσωπο της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες ή έναν Έλληνα υπήκοο που υποδεικνύεται από την Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους πρόσφυγες και»
β. Στην παράγραφο 5 του άρθρου 26 του π.δ. 114/2010 προστίθεται τελευταίο εδάφιο ως εξής: «Κατ’ εξαίρεση, η Επιτροπή Προσφυγών αποφασίζει τη μη κλήση του προσφεύγοντος όταν κρίνει ότι μπορεί να λάβει απόφαση επί της προσφυγής από τα στοιχεία του φακέλου. Στην περίπτωση αυτή η Επιτροπή Προσφυγών κοινοποιεί στον προσφεύγοντα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7, τη σχετική απόφασή της περί μη κλήσης του και του τάσσει προθεσμία 10 ημερών για την υποβολή τυχόν συμπληρωματικών στοιχείων ή/και υπομνήματος».
γ. Στο άρθρο 26 του π.δ. 114/2010 προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής: «6. Οι Επιτροπές Προσφυγών δύνανται να εξετάζουν κατά προτεραιότητα προσφυγές οι οποίες αφορούν:
α. άτομα που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες, ή
β. άτομα που υποβάλλουν αίτηση ενόσω κρατούνται, υποβάλλουν αίτηση βάσει του άρθρου 24 ευρισκόμενα σε ζώνες διέλευσης λιμένων ή αερολιμένων της χώρας, ή
γ. άτομα που υπάγονται στις διαδικασίες του Κανονισμού 343/2003, ή
δ. άτομα για τα οποία η Ελληνική Αστυνομία με αιτιολογημένο έγγραφό της αναφέρει ότι συνιστούν κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη της χώρας, ή
ε. απόρριψη μεταγενέστερης αίτησης διεθνούς προστασίας κατά το στάδιο του παραδεκτού».
δ. Οι παράγραφοι 6 και 7 του άρθρου 26 του π.δ. 114/2010 αναριθμούνται σε 7 και 8 αντίστοιχα και αντικαθίστανται ως εξής:
«7. Η απόφαση της Επιτροπής Προσφυγών επιδίδεται στον αιτούντα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 7 και κοινοποιείται στον Υπουργό Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη. Απόφαση που απορρίπτει προσφυγή τάσσει στον αιτούντα προθεσμία αναχώρησής του από τη χώρα η οποία δεν δύναται να υπερβαίνει τις ενενήντα (90) ημέρες.
8. Ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη έχει το δικαίωμα άσκησης αίτησης ακύρωσης κατά των αποφάσεων της Επιτροπής Προσφυγών».

Άρθρο 36
Καταργούμενες διατάξεις
Από την έναρξη ισχύος του παρόντος προεδρικού διατάγματος καταργούνται οι διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 1 περιπτ. α΄ και β΄ και του άρθρου 25 παρ. 1, 2, 3 και 5 του ν. 1975/1991 όπως τροποποιήθηκαν από το ν. 2452/1996, καθώς και κάθε άλλη, γενική ή ειδική διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις του ή ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα που αποτελούν αντικείμενο αυτού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ
Άρθρο 37
Έναρξη ισχύος
Οι διατάξεις του παρόντος τίθενται σε ισχύ από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Στον Υπουργό Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος διατάγματος.

Αθήνα, 13 Ιουνίου 2013

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΚΑΡΟΛΟΣ ΓΡ. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ
ΟI ΥΠΟΥΡΓΟI
ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ
ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ        ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΑΒΡΑΜΟΠΟΥΛΟΣ  ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΤΑΪΚΟΥΡΑΣ
ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ       ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ,
ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ         ΥΠΟΔΟΜΩΝ, ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΤΥΩΝ
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ       ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ
ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ, ΥΦΥΠ. ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ          ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΡΒΑΝΙΤΟΠΟΥΛΟΣ    ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ ΚΑΙ
ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ    ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ
ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΡΟΥΠΑΚΙΩΤΗΣ         ΝΙΚΟΛΑΟΣ - ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΕΝΔΙΑΣ






Σπυρίδων Αδάμ – Δικηγόρος Αθηνών – ΜΔΕ Ποινικών Επιστημών



 





+++Σας άρεσε; Διαδώστε το+++


___________________________________________________________________________